Συνέντευξη στον Γιάννη Πανάγο
Φωτογραφίες ∆ηµήτρης ∆ηµόπουλος
Eχοντας συνδέσει το όνοµά του µε την οινική αναγέννηση της Βουργουνδίας και ηχηρές συνεργασίες σε πολλές χώρες, ο Κυριάκος Κυνηγόπουλος, ο οποίος παράλληλα είναι επικεφαλής των οινολογικών εργαστηρίων Burgundia Oenologie, τονίζει ότι το κρασί χρειάζεται µεγάλους ανθρώπους που θα µπουν στον αµπελώνα και θα δώσουν λύσεις και κατεύθυνση ενώ παράλληλα κάθε terroir, κάθε αµπελοτόπι πρέπει να δουλεύεται µε σκέψη, σοφία αλλά και την αυστηρή λεπτοµέρεια, που καταξιώνει την υψηλή ραπτική. «Ένα παράπονο για την Ελλάδα είναι ότι κανείς δεν κάνει το επόµενο βήµα να καταλάβει τι είναι το terroir, τι είναι το έδαφος. Γι’ αυτό πρέπει να γίνονται οινοποιήσεις σε κάθε αµπελοτόπι. Άλλωστε το terroir δεν είναι τίποτα άλλο από ένα κρασί που επαναλαµβάνεται από µόνο του από τη µια χρονιά στην άλλη…» σηµειώνει ο ίδιος.
Δείτε εδώ ολόκληρη τη συνέντευξη
Ένας άνθρωπος που έχει καταφέρει όσα λίγοι Έλληνες σε όλο τον κόσµο. Θα θέλαµε να µας πείτε πώς ξεκίνησε όλο αυτό το όνειρο, πώς ξεκίνησε η διαδροµή, πώς δηµιουργήθηκε αυτός ο µύθος;
Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για την πρόσκληση και για την τιµή που µου κάνατε. Πάντα χαίροµαι να είµαι εδώ, στην Ελλάδα, στην πατρίδα µου, και να µιλάω για το κρασί. Η περιπέτεια άρχισε πολύ νωρίς. Αν και ο επαγγελµατικός προσανατολισµός είναι κάτι πολύ δύσκολο για τους νέους, εγώ είχα µεγάλη τύχη. Είχα έναν παππού µε αµπέλια, ο οποίος διάλεξε εµένα, ανάµεσα στα εγγόνια του, για να µε παίρνει µαζί του. Εκείνη την εποχή τα αµπέλια ξεκινούσαν στο Ωραιόκαστρο της Θεσσαλονίκης και κατέβαιναν µέχρι τους Αµπελοκήπους. Έτσι λοιπόν πολύ µικρός γνώρισα το αµπέλι. Και το αγάπησα. Οπότε πολύ νωρίς η σκέψη ήταν να γίνω οινοποιός, οινολόγος, κάτι που να έχει σχέση µε το αµπέλι και το κρασί.

Άρα ο πρώτος δάσκαλος για εσάς ήταν ο παππούς.
Ο παππούς ο Χρήστος, ναι. Στη συνέχεια και παρά την επιθυµία του πατέρα µου να γίνω στρατιωτικός γιατρός, ο µόνος δρόµος που µου επέτρεπε να σπουδάσω τότε Οινολογία ήταν ως µάθηµα µε τον Βαγγέλη Σουφλερό στην Τεχνολογία Τροφίµων. Ο ίδιος µάλιστα µου ζήτησε να πάω στη Ραψάνη το 1981, να µελετήσω αυτή την οινική περιοχή, πράγµα που έκανα. Όµως το µικρόβιο ήταν τόσο µεγάλο που ήθελα οπωσδήποτε να σπουδάσω Οινολογία στη Γαλλία. Ταξίδεψα εκεί και µε τη βοήθεια του καθηγητή µου διάλεξα τη Βουργουνδία, γιατί πίστευα ότι ο αµπελώνας της έµοιαζε περισσότερο µε αυτόν της Β. Ελλάδας και ο µονοποικιλιακός χαρακτήρας του Pinot Noir έµοιαζε µε αυτόν του Ξινόµαυρου.
Μετά το τέλος των σπουδών;
Το 1985, αφού πήρα το δίπλωµά µου, είχα σκοπό να γυρίσω στην Ελλάδα. Τότε όµως µου ανακοίνωσαν ότι θα µε κρατήσουν, γιατί από τους 12 που ήµασταν στην τάξη, µε είχαν διαλέξει για να συνεχίσω για ένα διδακτορικό. Βέβαια, έπρεπε να εργαστώ και είχα την τύχη να βρω το 1985 θέση στο εργαστήριο της Bona. Eκεί ξεκίνησε η δεύτερη περιπέτεια, που συνεχίζεται µέχρι σήµερα, µιας και αυτό το εργαστήριο, που τότε ήταν ένα µικρό ιδιωτικό των τριών ατόµων, αγοράστηκε το 1986 από το ελβετικό γκρουπ SGS – Societe Generale de Surveillance -µε 48.000 άτοµα σε 152 χώρες. Και αυτό το εργαστήριο αγόρασα εγώ από τους Ελβετούς το 2005. Στη συνέχεια η SGS µου ζήτησε να φτιάξω άλλο ένα εργαστήριο στη Νότια Αφρική, το οποίο εγκαινιάσαµε το Φεβρουάριο του 1999.
Η Βουργουνδία λοιπόν άνοιξε το δρόµο…
Υπήρξαν δύο δρόµοι, ο δρόµος της Βουργουνδίας και ο δρόµος του εξωτερικού. Ο δεύτερος άνοιξε χάρη στην αναγνώριση της δουλειάς µου στη Βουργουνδία. Στις 30 Νοεµβρίου 1994 µου απονεµήθηκε στο Παρίσι ο τίτλος «Άνθρωπος της Χρονιάς για το κρασί». Ήµουν 35 χρονών. ∆ύο µήνες αργότερα ταξίδευα στην Καλιφόρνια, στους Newton, για την πρώτη µου αποστολή ως σύµβουλος. Και από εκεί Antinori το 1996 στο Castello della Sala, Αργεντινή, Νότια Αφρική, Κύπρος, Ελλάδα, Ελβετία, Ιταλία, Ουγγαρία, Ισπανία. ∆ώδεκα χώρες τώρα πια.

Ας γυρίσουµε λίγο στo Pinot Noir.
Τότε το Pinot Noir ζούσε µια εποχή, θα έλεγα «triste» στα γαλλικά, δηλαδή θλιµµένη. Γιατί, ενώ ήταν το αγαπηµένο κρασί και η πελατεία ήταν σπουδαία, υπέφερε από το χρώµα, από την ωρίµανση, είχε πάρα πολλά ελαττώµατα και έχανε πάρα πολύ από το κύρος του στη διεθνή αγορά.
Πώς συνέβη αυτό σε µια περιοχή που είχε παράδοση, σε µια περιοχή που είχε το terroir, σε µια περιοχή που είχε αυτή την ποικιλία, να «ξεπέσει» το κρασί τους;
Εγώ τολµώ να πω ότι σε κάθε περιοχή πρέπει να υπάρχουν µεγάλοι άνθρωποι. Αυτό είχε συµβεί στο Μπορντό, αν το συγκρίνουµε µε τη Βουργουνδία. Μεγάλοι άνθρωποι όπως ο Emile Peynaud, ή ακόµα και η τελευταία γενιά, ο Denis Bourdieu, κατέβηκαν από το πανεπιστήµιο στον αµπελώνα, πήραν τα προβλήµατα και δώσανε λύσεις. Στη Βουργουνδία δεν υπήρξαν αυτοί οι άνθρωποι. Είµαι λίγο σκληρός µε αυτό, αλλά και το πανεπιστήµιο δεν ενδιαφέρθηκε αρκετά για τα προβλήµατα αµπελιών και αµπελουργών. Έµεινε η υπόθεση στα χέρια των απλών αµπελουργών, οι οποίοι όµως δεν είχαν τις γνώσεις. Το ζητούµενο είναι να µάθεις και να µπορέσεις να µεταφέρεις τις γνώσεις σου στους απλούς αµπελουργούς.
Να τις µεταλαµπαδέψεις δηλαδή;
Θα σας πω µια µικρή ιστορία. Κάποτε πήγα σε ένα συνέδριο οινολόγων στο Μονπελιέ και κάποιος τόλµησε και µου είπε ότι όσο καιρό τα καράβια θα ανεβαίνουν τον Ροδανό, θα έχουµε χρώµα στη Βουργουνδία. Αυτό µε έβαλε σε σκέψεις. Οπότε γύρισα, σήκωσα τα µανίκια και λέω τώρα πάµε. Χρειαζόµουν όµως ιδέες. Είχα την τύχη να συναντήσω ανθρώπους οι οποίοι µε βοήθησαν. Γοα παράδειγµα συνάντησα έναν Έλληνα, τον Ντενί Αραβαντινός. ∆ούλευε σε µια πολυεθνική αµερικανική εταιρεία, η οποία επεξεργάζεται τα φρέσκα φρούτα για να φτιάξει αρώµατα. Η καταγωγή του ήταν από την Βέροια, µε τριπλό διδακτορικό στη Χηµεία. Και µου λέει εµένα τα φρούτα µου, οι φράουλες, τα κεράσια, ό,τι αγοράζω στη Ρουµανία, στη Βουλγαρία ταξιδεύουν µε ξηρό πάγο. Τότε σκέφθηκα ότι αυτό είναι µια σπουδαία ιδέα.

Πώς, λοιπόν, αντιµετωπίσατε τα προβλήµατα του Pinot Noir;
Η βασική ιδέα που προέκυψε ήταν ότι δεν εκµεταλλευόµαστε αρκετά το σταφύλι πριν ζυµώσει. Τότε φτιάξαµε µια νέα µέθοδο οινοποίησης στην οποία έδωσα ιδιαίτερη έµφαση σε µια προζυµωτική φάση όπου το σταφύλι µένει µε ψύξη και λίγο παραπάνω θειώδη. ∆όθηκε σηµασία στην στρεµµατική απόδοση, αφού στα 700 κιλά το στρέµµα δεν µπορούµε να κάνουµε µεγάλο κρασί, ενώ έγινε και επιλογή από τους παραγωγικούς κλώνους Παράλληλα ξεχάσαµε τη χηµεία και αρχίσαµε να δουλεύουµε τα χώµατα µε οργώµατα. Χάρη στη βιοδυναµική αµπελουργία της Madame Lalou Bize-Leroy και της Anne-Claude Leflaive, γυρίσαµε στα οργώµατα. Θέλαµε να δούµε έντοµα και σκουληκάκια µέσα στα εδάφη, να ξαναζήσουν τα εδάφη, να αναπνεύσουν.
Βοηθάει τελικά το πιο πολύ όργωµα;
Όταν γίνεται τη σωστή εποχή, ναι, βοηθάει. Είναι κι αυτό επιστήµη. Κάνουµε ένα το Νοέµβριο, αµέσως µετά τον τρύγο, και κάνουµε και τώρα, τον Απρίλιο. Το χειµώνα µπορεί να κάνουµε αυτό που λέµε «bitage», να σηκώσουµε ψηλά το χώµα ώστε να σκεπάζει σχεδόν το µισό ή τα δύο τρίτα του κορµού, για τον παγετό. Για να αντέχει στο κρύο. Όλα αυτά λοιπόν άλλαξαν στη Βουργουνδία. Θα σας πω ότι συνεργαζόµαστε µε 210 οινοποιεία στη Βουργουνδία και 110 στο Chablis και το 20% από τους πελάτες µας είναι στη βιοδυναµική αµπελουργία. ∆ουλεύουµε λοιπόν πάρα πολύ µε τη φύση. Και ακόµα και σήµερα µε την αλλαγή του κλίµατος, έχουµε αρχίσει να χρησιµοποιούµε καινούργιες τεχνικές, όπως το αµπέλι που γίνεται θάµνος, δηλαδή ανεβαίνει πιο ψηλά σε έναν πάσσαλο για να κερδίσουµε φυλλική επιφάνεια. Έτσι λοιπόν άλλαξαν τα κρασιά και η αλλαγή φάνηκε σε 4-5 χρόνια αλλά χρειάστηκαν 20 χρόνια, για να γίνει η Βουργουνδία αυτό που είναι σήµερα. Πήραµε µια Βουργουνδία µε 15% καλούς παραγωγούς, 85% που έπρεπε να βελτιώσουµε και µε τις πολλές αλλαγές που έγιναν σήµερα θα έλεγα ότι είναι ακριβώς το αντίστροφο.
Τελικά η βάση είναι το terroir και ο χαρακτήρας, χωρίς πολλές εργαστηριακές επεµβάσεις;
Θα σας απαντήσω ως εξής: Έχω κάνει 40 τρύγους στη Βουργουνδία από το 1985. Οι τέσσερις οινολόγοι που βγαίνουν στον τρύγο και παρακολουθούν τα οινοποιεία έχουν ως αποστολή να επισκέπτονται 50 οινοποιεία την ηµέρα για πέντε εβδοµάδες. Αυτό σηµαίνει 7.000-8.000 χιλιόµετρα και 12.000 δείγµατα. Και δοκιµάζουν τα δείγµατα στα οινοποιεία και αποφασίζουν κάθε µέρα µε µια µέτρηση και µε µια γευσιγνωσία µε ποιον τρόπο θα συνεχίσει η εκχύλιση. Κάθε οινοποιείο πρέπει να φτιάξει την πυραµίδα των οινοποιήσεων, που φτάνει µέχρι το grand cru. Αυτό λοιπόν πρέπει να καταλάβουν και οι Ελληνες, ότι κάθε ποικιλία δεν οινοποιείται µε τον ίδιο τρόπο. Και βέβαια τα εδάφη αποφασίζουν, αφού µε Pinot Noir είναι φυτεµένη η Βουργουνδία αλλά τα εδάφη και το κλίµα κάθε µικρής περιοχής αποφασίζουν την τυπικότητα του κάθε αµπελότοπου.

Πάµε λοιπόν τώρα στην Ελλάδα να µεταφέρουµε εδώ λίγη από την εµπειρία σας. Μιλήσατε για το Ξινόµαυρο, που ήταν η πρώτη σας ενασχόληση και ίσως η πιο αγαπηµένη;
Ναι, είναι αλήθεια, γιατί νοµίζω ότι είναι µια δύσκολη ποικιλία. Στην Ελλάδα λοιπόν ερχόµουν διακοπές και το 2002 ήρθα για πρώτη φορά επαγγελµατικά να κάνω µια οµιλία στο Οινόραµα. Και από εκεί και πέρα έγιναν προτάσεις συνεργασίας. Ξεκίνησα µε τον αείµνηστο Χάρη Αντωνίου στα Μέγαρα στο Κτήµα Εύχαρις. Τότε, θυµάµαι, δεν καταλάβαινα γιατί το Ασύρτικο είχε χαµηλό pΗ και τέτοια καταπληκτική οξύτητα. Και µια µέρα ο υπεύθυνος από τα αµπέλια ήρθε µε µια τεράστια πέτρα γεµάτη κοχύλια. Αυτή ήταν η εξήγηση. Ότι κάποτε εκεί ήταν θάλασσα και αυτή είναι η έννοια του terroir. Οι ρίζες είναι πνευµόνια που τραβάνε από το έδαφος στοιχεία τα οποία µεταφέρονται και στο κρασί.
Τι είδατε στην Ελλάδα, στο αµπέλι, στην οινοποίηση;
Στην Ελλάδα κατάλαβα ότι υπήρχε χώρος για δουλειά, ότι τελικά µεγάλο κοµµάτι από τα κρασιά γίνονται µε κάποιο τεχνολογικό τρόπο. ∆ιορθώνουµε λίγο τη φύση µε επεµβάσεις. Τα κρασιά µοιάζουν από τη µια χρονιά στην άλλη, αυτό αρέσει στους καταναλωτές, γιατί τους αρέσει να βρίσκουν το ίδιο κρασί. Κάποιοι τόλµησαν και έκαναν το βήµα να δουλέψουν περισσότερο την ποικιλία και να την εκφράσουν. Το παράπονο είναι ότι κανείς δεν κάνει το επόµενο βήµα να καταλάβει τι είναι το terroir, να καταλάβει τι είναι το έδαφος. Γι’ αυτό πρέπει να γίνονται οινοποιήσεις σε κάθε αµπελοτόπι για να καταλάβουµε ποια είναι η διαφορά. Η Ελλάδα έχει προχωρήσει πάρα πολύ και αυτό φαίνεται στην ποιότητα των κρασιών. Αµπελουργικά βέβαια πρέπει να αλλάξει. Στην Κρήτη για παράδειγµα µε τόσες υπέροχες ποικιλίες δεν µπορεί να είναι η ίδια αµπελουργία για το επιτραπέζιο και το σταφύλι οινοποίησης.
Εδώ, στην Ελλάδα, ξεχωρίζουµε τόπους που µπορούν να δώσουν καλά κρασιά, ξεχωρίζουµε ποικιλίες που έχουν δυναµικό και µπορούν να δουλευτούν διαφορετικά;
Βεβαίως. Ας πάρουµε το παράδειγµα της Νεµέας. Μου ανέθεσαν κάποτε σε µια φτωχή περιοχή της Ιταλίας, στο Oltrepo Pavese, να γίνει µια χαρτογράφηση και να πούµε τι κρασί πρέπει να παράγεται. Και είπαµε ότι εδώ είναι φτιαγµένο για αφρώδες. Πρέπει µε αυτά τα σταφύλια να κάνετε αφρώδες, µε αυτά τα σταφύλια να κάνετε το ΠΟΠ της περιοχής σας, εκεί έχουν Pinot Nero, και πιο πάνω, αν µπορείτε, να κάνετε premier cru. Έτσι λοιπόν και στη Νεµέα µε το Κούτσι, το Καστράκι, τον Ασπρόκαµπο. Όλα αυτά, για να µπουν σε αξία, θα πρέπει να υπάρχει πυραµίδα. Και να αποδείξει κάποιος ότι πραγµατικά υπάρχει τυπικότητα και επανάληψη. Το terroir δεν είναι τίποτα άλλο από ένα κρασί που επαναλαµβάνεται από µόνο του από τη µια χρονιά στην άλλη.
Εποµένως έχουµε τις ζώνες, τις υποζώνες και τα κτήµατα.
Πρέπει κάποιος να αποφασίσει ότι δεν µπορεί να υπάρχει ίδια ποιότητα παντού. Και ότι υπάρχει µια πυραµίδα που πρέπει να σεβαστούµε και να εφαρµόσουµε.
Αν µιλήσουµε τώρα για τις ποικιλίες. Είπαµε για το Ξινόµαυρο. Ποιες άλλες θα ξεχωρίζατε; Είναι αυτή η τετράδα που ξέρουµε; ∆ηλαδή το Αγιωργίτικο, το Ασύρτικο και το Μοσχοφίλερο.
Συµφωνώ ότι έπρεπε να υπάρχουν «σηµαίες» για το ελληνικό κρασί. Αν θέλετε τη γνώµη µου, όµως, εγώ θα έκανα όλο το χάρτη της Ελλάδας σε Ασύρτικο. Γιατί είναι µια καταπληκτική ποικιλία που δίνει καλά αποτελέσµατα. Η Ελλάδα έχει υπέροχο Ασύρτικο στη ∆ράµα, στη Χαλκιδική. Στη Στερεά Ελλάδα. Και ακόµα και στην Πελοπόννησο, στην Ηλεία. Όταν ήρθαν οι 20 Masters of Wine στην Πελοπόννησο και δοκίµασαν αυτό το Ασύρτικο, έµειναν κατάπληκτοι. Υπάρχουν βέβαια και άλλες, ερυθρές, ποικιλίες. Το Μαυροτράγανο µου αρέσει πολύ, ο Αυγουστιάτης µου αρέσει πολύ. Στο Ιόνιο υπάρχουν εξαιρετικές ποικιλίες. Και στην Κρήτη. Υπάρχουν τουλάχιστον δέκα καλές ποικιλίες για τα ερυθρά. Να σας πω ότι εγώ το Σαββατιανό δεν το είχα σε µεγάλη εκτίµηση. Αλλά, όταν ανακάλυψα τα κρασιά που φτιάχνουν τα οινοποιεία τώρα πια, ενθουσιάστηκα. Ήµουν στην Κρήτη. Κάποιος έκανε µε την Βηλάνα του σε ασκούς. Μα αυτό το κρασί είναι υπέροχο του είπα. Πρέπει να εµφιαλωθεί. Εµφιαλώθηκε και πήρε Χρυσό Μετάλλιο. Και τώρα αυτός ο αµπελουργός έχει ως σηµείο αναφοράς τη Βηλάνα.
Το γεγονός ότι έχουµε πανσπερµία οινοποιείων και µικρό κλήρο. Είναι πλεονέκτηµα ή µειονέκτηµα;
Στη Βουργουνδία µπορεί να είναι και τρία βαρέλια η παραγωγή από έναν αµπελώνα. Η σπανιότητα κάνει και την τιµή. Είναι καλύτερα να είναι σπάνια παρά να είναι µια παραγωγή πληθωρική.
Αρκεί όµως να έχει ακολουθήσει το σωστό πρωτόκολλο.
Ακριβώς. Στην Κύπρο, µε τις ποικιλίες Ξυνιστέρι και το Μαραθεύτικο, κατάλαβαν γρήγορα ότι δεν υπήρχε άλλος δρόµος από την πρόοδο. Η οποία έρχεται και µε τις πεζούλες, µε τις µικρές καλλιέργειες, µε το να πληρωθούν σωστά οι παραγωγοί, όλα αυτά για να προχωρήσει η ποιότητα.
Μπορούµε λοιπόν να πούµε ότι τα τελευταία 30 χρόνια έχει επιτευχθεί µια σηµαντική πρόοδος. Μπήκαµε στο δρόµο του ποιοτικού κρασιού, αλλά έχουµε πλέον να διανύσουµε µεγάλη απόσταση για να δηµιουργήσουµε την ταυτότητα που χρειάζεται για να µιλάει το ελληνικό κρασί στον κόσµο.
Υπάρχει τεράστια πρόοδος στα οινοποιεία. Θέλουµε καλούς αµπελουργούς αλλά και managers στον αµπελώνα. Αυτό είναι κάτι που λείπει στην Ελλάδα. Και έπειτα να δούµε και άλλες σχολές, γιατί νοµίζω ότι κυριάρχησε πολύ η σχολή του Μπορντό στην Ελλάδα, ιδιαίτερα στα ερυθρά. Και δεν νοµίζω να είναι ο καλύτερος σύµβουλος. Εµείς µε τις ανοιχτές δεξαµενές έχουµε µια άµεση επαφή µε το σταφύλι. Ξέρουµε πού πάµε. Και ξέρουµε πώς να εκτιµήσουµε την εκχύλιση.

Φίλους οινοποιούς και συνεργάτες στην Ελλάδα έχετε;
Ναι, βεβαίως. Έχουµε 32 οινοποιεία τα οποία συνεργάζονται µαζί µας. Έχουµε δύο παιδιά στα οποία αναθέσαµε την καθηµερινή παρακολούθηση αυτών των οινοποιείων. Εγώ έρχοµαι κάθε µήνα σχεδόν.
Ο ιπτάµενος οινολόγος που γράφουν…
Ιπτάµενος πραγµατικά! Φανταστείτε ότι αυτή την εβδοµάδα ήµουν Ιταλία, Βρυξέλλες, τώρα Ελλάδα και φεύγω για Ουγγαρία. Κάποτε έκανα 11,8 φορές τον γύρο του κόσµου κάθε πέντε χρόνια µε τις στατιστικές της Air France. Για να επιστρέψω όµως στην κουβέντα µας για την Ελλάδα. Αυτή η οινική Ελλάδα θέλω να προοδεύσει. Περνάω όλο και περισσότερο χρόνο εδώ. Υπάρχουν νέα projects στη Σίφνο, στη Μήλο, σε πολλά µέρη της χώρας. Άνθρωποι από άλλα επαγγέλµατα, αλλά µε αγάπη στο κρασί έρχονται να φτιάξουν οινοποιεία και αµπελώνες. Νοµίζω πρέπει να γίνει η µεγάλη αλλαγή, αλλά χρειάζονται και µεγάλοι άνθρωποι, που θα δώσουν τις κατευθύνσεις.
Επισκεφθήκατε και το Οινόραµα. Τι εντύπωση αποκοµίσατε;
Στο Οινόραµα πήρα την απόφαση να δοκιµάσω τα µικρά οινοποιεία. Μου άρεσε που βρήκα καινούργιες ποικιλίες άγνωστες. ∆οκίµασα το Ιόνιο αλλά και άλλες περιοχές.
Βρίσκετε ανθρώπους τους οποίους εσείς στην αρχή συµβουλέψατε, να έχουν φτάσει σε ένα επίπεδο τώρα που τους θαυµάζετε;
Βεβαίως. Στη Βουργουνδία πρώτα απ’ όλα. Στις Βρυξέλλες πήρα µαζί µου τρία κρασιά. Το ένα από τα οποία το φτιάχνει µια νέα παραγωγός µόλις 35 χρονών που ανακηρύχθηκε τρεις φορές στη συνέχεια Καλύτερη Αµπελουργόςστην Βουργουνδία. Και είναι µόλις 35 χρονών. Αυτή είναι µια πνευµατική µου κόρη που δεν περνάει µέρα χωρίς να περάσω από τον τρύγο της να δοκιµάσω µαζί της τα κρασιά. Θέλω να συνεχίσω να ταξιδεύω. ∆εν είναι απλά πελάτες, είναι φίλοι αυτοί που έχω αποκτήσει στο Όρεγκον, στην Καλιφόρνια, στην Αργεντινή και παντού στον κόσµο. Αυτή η οικογένεια που έχω κάνει στον κόσµο όλο και τώρα θέλω να τους επισκέπτοµαι και να περνώ πιο πολύ χρόνο µαζί τους για να ζήσω, όχι µόνο για τη δουλειά. Και να δηµιουργώ καινούργια αµπέλια, καινούργια οινοποιεία και απλώς να τα επιβλέπω, να βλέπω ότι γίνεται σωστά η δουλειά. Αυτό µε ευχαριστεί, να βλέπω την πρόοδο των φίλων-πελατών.
























