«Είµαστε ένα οινοποιείο που βρίσκεται σε µια περιοχή αχαρτογράφητη στον οινικό τοµέα. Προσπαθούµε να δείξουµε ότι η περιοχή του ∆οµοκού και ειδικά ο αµπελώνας µας είναι από τους πιο σηµαντικούς αυτή την στιγµή στην Ελλάδα. Και όλο αυτό το ξεκίνησε ο πατέρας µας, Γιάννης, όταν θέλησε να εκφράσει το πάθος του για την καλλιέργεια αµπελιού. Όλα βέβαια έγιναν µε τάξη και σχέδιο, ώστε εµείς σήµερα να είµαστε να θέση να διαχειρίζοµαστε έναν αµπελώνα µε πολλές εγχώριες αλλά και διεθνείς ποικιλίες, µε τρόπο ώστε να δίνει το καλύτερό του φρούτο και να αποδεικνύει ότι ο ∆οµοκός δεν έχει να ζηλέψει σε τίποτε από τους ιστορικούς αµπελότοπους» θα πουν µεταξύ άλλων τα αδέλφια Γκιρλέµη.
K αλλιέργεια µε βιολογικά πρότυπα, πολλή χειρωνακτική δουλειά στον αµπελώνα και µονοποικιλιακές ετικέτες που εκφράζουν την ποικιλία στον τόπο της, «έναν δύσκολο αλλά και sold out δρόµο» όπως θα πουν τα αδέλφια Γκιρλέµη, ο οποίος ωστόσο υπηρετεί τον κεντρικό στόχο της επιχείρησης µε την ισχυρή οικογενειακή φιλοσοφία. Αυτός δεν είναι άλλος από την ανάδειξη του ∆οµοκού σε έναν από τους πιο σηµαντικούς αµπελότοπους. Προς την ίδια κατεύθυνση και το σχέδιό τους για ανάπτυξη του οινοτουρισµού, για τον οποίο ο ∆ηµήτρης Γκιρλέµης σηµειώνει: «Να έρθει ο επισκέπτης να δει τα αµπέλια µας. Να δει την αλήθεια µας».
∆ηµήτρη, ως µεγαλύτερος, θα αναλάβεις να διηγηθείς την ιστορία σας στον ∆οµοκό από την αρχή;
Ουσιαστικά ξεκίνησε ως µια «πλάκα» του πατέρα µας. Ήθελε να κάνει ένα δικό του κρασί και ξεκίνησε και αγοράζει κάποια κτήµατα. Το 2004 ξεκίνησε η αγορά κτηµάτων και ως το 2007 είχαν αγοραστεί γύρω στα 300 στρέµµατα άγονης γης, τα οποία µετά από λίγα χρόνια έγιναν 300 στρέµµατα ενιαίου ιδιόκτητου αµπελώνα. Από τις αποστραγγιστικές εργασίες που έγιναν, βγήκαν πέτρες και από αυτές χτίσαµε το οινοποιείο.
Φανίκο, εσύ τι είδες και επέλεξες να µείνεις σε αυτή την παρέα;
Εγώ τότε, την εποχή εκείνη, από το 2007 ως το 2011, που έκανε την προετοιµασία ο πατέρας µας και άρχισε να φυτεύει, σπούδαζα ναυτιλιακά. Παράλληλα δούλευα και στο γραφείο του πατέρα µου, που ήταν εκτελωνιστής. Ποτέ δεν πιεστήκαµε να ακολουθήσουµε κάτι. Οπότε ήµασταν εκεί στη φύτευση, εκεί στα πρώτα πειραµατικά κρασιά και είδαµε τον κόσµο του κρασιού. Αυτό µε έκανε να ασχοληθώ.
Εγώ γνώρισα τον Γιάννη Γκιρλέµη στον ∆οµοκό το 2009. ∆ιέκρινα ένα πάθος γι’ αυτό που ξεκινούσε και ήταν τότε κι εκείνο το κίνηµα που λέγαµε των νέων του 2008, που έµπαινε δυναµικά στη γεωργία.
∆.Γ.: Είχε το πάθος, γι’ αυτό έκανε όλη αυτή την προετοιµασία. Να βγουν όλες οι πέτρες, να µαζευτούν, να γίνει η φύτευση, να γίνει η µελέτη για τις ποικιλίες ώστε να είναι διαχειρίσιµες και λειτουργικές. Να µην πέφτει η µία ποικιλία πάνω στην άλλη, ούτε στην ωρίµανση, ούτε στον τρύγο.
Και ποιες είναι αυτές οι ποικιλίες;
∆.Γ.: Κοιτάξτε, εµάς το οινοποιείο µας έχει πολλή αγάπη σε ελληνικές ποικιλίες. Έχουµε Mαλαγουζιά και Ασύρτικο σε λευκό, Μαυρούδι -∆οµοκού όχι Θράκης. Έχουµε καλλιεργήσει και την ποικιλία Greco που φηµολογείται ότι ήταν ελληνική. Ληµνιό, το οποίο οινοποιούµε ροζέ. Μετά έχουµε Cabernet Sauvignon, Merlot, Syrah και Chardonnay από διεθνείς ποικιλίες. Έχουµε κάνει και µια νέα φύτευση µε τον Φανίκο πριν τέσσερα χρόνια, 70 στρέµµατα, όπου έχουµε επενδύσει σε κάποιες ελληνικές ποικιλίες µε µεγάλη δυναµική όπως τη Μαυροδάφνη όπου ποντάρουµε πάρα πολύ.
Φιλοδοξείτε ότι η Μαυροδάφνη του ∆οµοκού στο Πολυδένδρι θα µπορεί να είναι η αιχµή του δόρατος;
∆.Γ.: Φέτος τρυγήσαµε Μαυροδάφνη και πήραµε τα πρώτα δείγµατα. Ως ωριµότητα αλλά και φρούτο υπάρχουν πολύ σοβαρά στοιχεία ώστε να κάνουµε ένα πολύ ωραίο κρασί. ∆εν θέλω να πω µεγάλο κρασί, γιατί είναι µεγάλη κουβέντα.
Μπορεί αυτή η ποικιλία να προσδώσει µια άλλη ταυτότητα στο οινοποιείο σας;
∆.Γ.: Είµαστε ένα οινοποιείο που βρίσκεται σε µια περιοχή αχαρτογράφητη στον οινικό τοµέα. Εµείς προσπαθούµε να δείξουµε ότι η περιοχή του ∆οµοκού και ειδικά ο αµπελώνας µας είναι από τους πιο σηµαντικούς στην Ελλάδα. Είναι ενιαίος και ιδιόκτητος. Κάθε χρόνο έχουµε παραγωγές, οι οποίες πιάνουν τα στάνταρ µας και ακόµα παραπάνω. Οι οινολόγοι µας είναι ευχαριστηµένοι. Έχουµε µπει σε έναν οινικό χάρτη που έχει αγαπήσει τα προϊόντα µας. Αυτό είναι πολύ σηµαντικό για να επενδύουµε πάνω στο αµπέλι. Γιατί αυτή είναι η δική µας δυνατότητα: Αν δεν έχεις το σωστό φρούτο δεν θα βγάλεις σωστό αποτέλεσµα στο οινοποιείο.

Φανίκο, αν ξεκινάγατε τώρα, τι θα άλλαζες εσύ;
Ο αµπελώνας έχει στηθεί πολύ όµορφα και λειτουργικά. Εκεί δεν θα άλλαζα τίποτα. Αυτό που είδαµε στην αγορά είναι ότι όταν έκανε ο πατέρας τον αµπελώνα µαζί µε κάποιους ειδικούς, επέλεξαν αυτές τις ποικιλίες και βάσει νοµοθεσίας. Οπότε τότε ο αµπελώνας στήθηκε µε 65% λευκές ποικιλίες και 35% κόκκινες γιατί ήταν πιο λειτουργικές και διαχειρίσιµες και η αγορά απορροφάει τα λευκά κρασιά λίγο πιο γρήγορα. Έτσι µπήκαν και οι διεθνείς ποικιλίες. Οπότε στην ουσία τώρα στη νέα φύτευση επενδύσαµε πιο πολύ σε ελληνικές για να διορθώσουµε λίγο την αναλογία. Βάλαµε Μαυροδάφνη και Μαυροτράγανο και συµπληρώσαµε µε Riesling, Gewürztraminer και Grenache.
Νοµίζω ότι δεν σας λείπει τίποτα. Το θέµα είναι αν µπορεί τελικά µια οινοποιητική µονάδα να διαχειριστεί µε τον κατάλληλο τρόπο όλες αυτές τις ποικιλίες. Θεωρώ ότι αυτό δυσκολεύει στο να εµβαθύνει κανείς στη διαχείριση.
Φ.Γ.: Εµείς έχουµε επιλέξει έναν δρόµο λίγο πιο δύσκολο, καθώς τα περισσότερα κρασιά µας είναι µονοποικιλιακά. Είναι πιο εύκολο να µπλεντάρεις και να κάνεις νόστιµα κρασιά. Θέλουµε να δείξουµε και την ποικιλία, και το χαρακτήρα και την τοποθεσία. ∆ηλαδή να πιάσουµε την τοπικότητα της ποικιλίας και να αναδείξουµε ότι ο ∆οµοκός δεν έχει να στερηθεί κάτι.
∆ηµήτρη, έχεις κάνει καθόλου λογαριασµό; Με τι κόστος γίνεται αυτό το σταφύλι καταρχήν, πριν πάµε στο κρασί, το οποίο παράγει το δικό σας κτήµα;
∆.Γ.: Όλες οι δουλειές γίνονται χειρωνακτικά. Από το κλάδεµα, το ξεβλάστεµα έως και τον τρύγο είναι όλα χειρωνακτικά. Έχουµε επιλέξει µε τον Φανίκο τον δύσκολο δρόµο, δηλαδή όσο το δυνατόν λιγότερη µηχανική καλλιέργεια για να µην αποτυπώνουµε και ρύπους στο περιβάλλον. Αλλά και για το φρούτο που παραλαµβάνουµε στο οινοποιείο, ώστε µην γίνεται έξτρα η διαλογή στο οινοποιείο. Η διαλογή να γίνεται στο αµπέλι αν χρειαστεί.
Οινολογικά τώρα, Φανίκο, ποιος έχει τη βασική ευθύνη; Απ’ ό,τι κατάλαβα τη βασική ευθύνη του αµπελώνα την έχει ο ∆ηµήτρης.
Φ.Γ.: Οινολόγο έχουµε τον Γρηγόρη Σκοπελίτη. Είναι αθόρυβος, αλλά τα αποτελέσµατά του κάνουν θόρυβο. Συνεργαζόµαστε µαζί του από την αρχή σχεδόν. Τα πρώτα βήµατα της αγοράς για τα κρασιά µας έγιναν µε το Γρηγόρη.
Εποµένως, σας δείχνει λίγο το δρόµο και τι θα του φέρετε από τον αµπελώνα;
Φ.Γ.: Στην ουσία αυτό που κάνουµε είναι ότι εµείς που είµαστε και στην αγορά µε τον ∆ηµήτρη βλέπουµε την τάση, βλέπουµε τα στοιχεία που έχουµε και προσπαθούµε να κατευθύνουµε τον Γρηγόρη στα κρασιά που θέλουµε να φτιάξουµε. Έτσι έγινε και το Ληµνιό. Βγήκε το 2017 η σοδειά πρώτη φορά σε στιλ ανοιχτό χρώµα ροζέ µε µια ωραία φιάλη µε γυάλινο πώµα. Αφουγκραστήκαµε την αγορά, είδαµε τι ήθελε και είπαµε ότι θα βγάλουµε το Ληµνιό σε µια εκδοχή που δεν υπήρχε.
Έχετε κάνει σηµαντική δουλειά και στην αισθητική της ετικέτας σας και στις φιάλες. Νοµίζω ότι δεν φείδεστε χρηµάτων και στην επιλογή της φιάλης;
∆.Γ.: Ακόµα και σε αυτό µέσα στο οινοποιείο υπάρχει µια υποεταιρεία δική µου µε έδρα το Λονδίνο που σχεδιάζω packaging και ετικέτες. Είµαστε από πάνω σε όλο το κοµµάτι.
Τώρα η διάθεση, η πώληση. Για µένα, από την εµπειρία που έχω τόσα χρόνια που παρακολουθώ το χώρο, θεωρώ πάντα ότι το πιο δύσκολο τελικά κοµµάτι είναι η πώληση. Είναι έτσι;
∆.Γ.: Σε µια ζυγαριά τα βάζεις και για µας γέρνει ότι δεν είναι έτσι. «Σπαθί» µας είναι η ποιότητά µας, έχουµε τον αµπελώνα τον δικό µας, οπότε αυτός ο καταναλωτής που θα δοκιµάσει, θα µείνει.
Φ.Γ.: Και όχι µόνο αυτό. ∆εν θα βγάλουµε ποτέ κρασιά τα οποία δεν είναι έτοιµα ή δεν αρέσουν σε µάς. Οπότε από εκεί ξεκινά η πώληση. Όταν κάτι το υποστηρίζεις και σου αρέσει, δεν έχεις θέµα στην πώληση.
Φανίκο, εσύ που ασχολείσαι λίγο παραπάνω µε τα οικονοµικά τώρα, τι κόστος φιάλης υπολογίζεις κατά µέσο όρο στη δουλειά σας;
∆εν είναι στάνταρ, γιατί έχει να κάνει µε πολλά. Υπάρχουν χρονιές κατά τις οποίες οι παραγωγές µας είναι πιο µικρές. Τα προηγούµενα χρόνια είχαµε κάποια σηµάδια από περονόσπορο και η παραγωγή µειώθηκε. Από τη στιγµή που µειώνεται η παραγωγή, αυξάνεται το κόστος. Σαν κόστος φιάλης, θα σου πω ότι έχουµε ακριβές φιάλες. Είναι από το εξωτερικό, από καλές υαλουργίες. Η φιάλη µόνο είναι κοντά στα 2,5 ευρώ. Από εκεί και πέρα καψύλλια, φελλοί, οινολογικά υλικά, καλλιέργεια. Στα κρασιά ευρείας κατανάλωσης είναι κοντά στα 60 µε 65 λεπτά. Έχουµε επιλέξει για όλα συνεργάτες για τους οποίους είµαστε σίγουροι.

Φανίκο, ποιο θεωρείς ότι είναι αυτή τη στιγµή το µεγαλύτερο όπλο σας, σε αυτή την προσπάθεια που κάνετε να καθιερώσετε το κρασί σας;
Το µεγαλύτερο όπλο είναι ότι είµαστε παρόντες, ότι είµαστε από πάνω. Ότι έχουµε σταθερό κορµό στο αµπέλι, γιατί αν δεν υπάρχει το αµπέλι δεν υπάρχει προϊόν. ∆ηλαδή, η οµάδα που έχουµε εµείς, από τότε που ξεκίνησε ο πατέρας µου, χτίζεται, µεγαλώνει και έχουµε την ευτυχία να έχουµε αυτούς που είχαµε και τότε και να προσθέτουµε άτοµα. Να µαθαίνουµε σε νέα άτοµα τη δουλειά.
∆ηµήτρη, πόσα χρόνια είσαι µέχρι τώρα σε αυτή την υπόθεση; Και πόσο ευχαριστηµένος µπορείς να δηλώσεις µε αυτό το οποίο κάνεις και τι ακόµα ονειρεύεσαι γύρω από αυτό;
Είµαι εδώ ενεργά µετά τις σπουδές µου, από το 2010. Εγώ είµαι ευχαριστηµένος που η οµάδα είναι η ίδια, ότι παιδιά και γονείς είναι στο οινοποιείο, δηλαδή ότι ήταν οι γονείς σε εποχή του πατέρα µου και τώρα είναι τα παιδιά τους. Αυτό είναι πολύ σηµαντικό. Ότι µαθαίνουν τη δουλειά. Έχουµε τον ίδιο οινολόγο από την αρχή και είµαστε συνοδοιπόροι, δηλαδή ο οινολόγος τώρα είναι συνεργάτης και οικογένειά µας. Πιστεύω ότι αυτό το εξελίσσουµε τόσο ωραία, αρµονικά και αργά, γιατί το αργό για µένα έχει σηµασία. ∆ηλαδή θα µπορούσαµε να πάµε γρήγορα αλλά να µην έχουµε το αποτέλεσµα που θέλουµε. Αυτό που µου έχει δείξει εµένα το αµπέλι είναι ότι θέλει υποµονή. Το κρασί είναι υποµονή. Από εκεί και πέρα υγεία και όλα έρχονται.
Εσύ, Φανίκο, που άφησες τα Ναυτιλιακά για να ασχοληθείς µε το κρασί και την οινοποιία, τι ονειρεύεσαι ακόµα σε σχέση µε αυτό το project και πού µπορεί να φτάσει; Θα ενδιέφερε, ας πούµε, το Κτήµα Γκιρλέµη µια νέα ζώνη καλλιέργειας; Θα σας ενδιέφερε να περάσετε και σε άλλη κλίµακα πέρα από αυτή την οποία επιτρέπει ο τόπος του ∆οµοκού;
Εγώ αυτό που βλέπω και αυτό που µου αρέσει και αυτό που θέλω και ονειρεύοµαι είναι το οινοποιείο να γίνει επισκέψιµο, να µάθουν όλο και πιο πολλοί τον τόπο, γιατί ο πατέρας µας γι’ αυτό το έκανε. Το κρασί σαν κρασί δεν τον ιντρίγκαρε ποτέ, ούτε έπινε πολλά κρασιά, ούτε µας έφερνε φιάλες στο σπίτι να πιούµε όλοι µαζί. Τον ιντρίγκαρε η καλλιέργεια. Και αυτό που θέλει και αυτός και αυτό που µας έχει περάσει και εµάς είναι να αναδείξουµε τον τόπο. Κάναµε προσπάθεια γιατί ο ∆οµοκός δεν είχε πολλά οινοποιεία, δεν είχε υποδοµές. Τώρα γίνεται µια συλλογική προσπάθεια και µε εµάς και µε άλλα οινοποιεία που έχουµε καλά αποτελέσµατα και αυτό θα είναι για εµάς το ευτυχές. Να έρθουν όσοι πιο πολλοί µπορούν να δουν το αποτέλεσµα, να συµµετέχουν δηλαδή στον τρύγο, στο κλάδεµα, να γίνει ο αγροτουρισµός ο συµµετοχικός. Αυτό θα µε ικανοποιήσει εµένα. Γιατί βλέπουµε ακόµα και από τις οικογένειές µας ότι, όταν πάµε εκεί, υπάρχει το χαµόγελο, υπάρχει την ανάγκη να περπατήσεις στο αµπέλι, αυτό για µένα είναι η ζωή όλη.
Το µεγαλύτερο όπλο µας είναι ότι είµαστε παρόντες, είµαστε από πάνω θα πουν τα αδέλφια Γκιρλέµη Ότι έχουµε σταθερό κορµό στο αµπέλι, γιατί αν δεν υπάρχει το αµπέλι δεν υπάρχει προϊόν. Η οµάδα που έχουµε, από τότε που ξεκίνησε ο πατέρας µου, χτίζεται, µεγαλώνει. Και πάνω από όλα πηγαίνουµε αρµονικά και αργά, γιατί το αµπέλι θέλει υποµονή και το κρασί είναι υποµονή.























