Σήμερα, όμως, αυτός ο κανόνας μοιάζει όλο και λιγότερο επαρκής. Όχι επειδή το γεωγραφικό πλάτος έπαψε να έχει σημασία, αλλά επειδή δεν μπορεί πλέον να εξηγήσει από μόνο του τι πραγματικά συμβαίνει στον αμπελώνα. Η κλιματική αλλαγή, η μετατόπιση των εποχών, η διαθεσιμότητα νερού, το υψόμετρο, η θαλάσσια επιρροή, οι ώρες ηλιοφάνειας και η ανθρώπινη παρέμβαση έχουν κάνει τον παγκόσμιο χάρτη του κρασιού πολύ πιο σύνθετο από μια γραμμή πάνω στην υδρόγειο.
Αυτό είναι και το βασικό συμπέρασμα πρόσφατης ανάλυσης του The Drinks Business, η οποία επανεξετάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την καταλληλότητα μιας περιοχής για αμπελοκαλλιέργεια. Το ερώτημα δεν είναι πια απλώς πόσο κοντά ή πόσο μακριά βρίσκεται ένας αμπελώνας από τον ισημερινό. Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι πραγματικές συνθήκες επικρατούν εκεί όπου φυτεύεται το αμπέλι.
Η σύγκριση ανάμεσα στη νότια Παταγονία και την Ιρλανδία δείχνει καθαρά γιατί το γεωγραφικό πλάτος μπορεί να παραπλανήσει. Στην Παταγονία, οι παραγωγοί δουλεύουν σε ένα περιβάλλον με δυνατούς ανέμους, έντονη ξηρότητα, μεγάλες διαφορές θερμοκρασίας ανάμεσα στη μέρα και τη νύχτα και καλοκαιρινές ημέρες που μπορούν να φτάσουν έως και τις 17 ώρες φωτός. Σε παρόμοιο γεωγραφικό πλάτος, αλλά στο βόρειο ημισφαίριο, η Ιρλανδία αντιμετωπίζει ένα εντελώς διαφορετικό σκηνικό, με υψηλές βροχοπτώσεις, υγρασία και ισχυρή θαλάσσια επίδραση.
Παράλληλα, και οι δύο περιοχές μπορούν να δώσουν κρασιά με δροσερό χαρακτήρα, οξύτητα και φρεσκάδα. Όμως οι λόγοι που οδηγούν σε αυτό το αποτέλεσμα είναι τελείως διαφορετικοί. Στη μία περίπτωση, η φρεσκάδα συνδέεται με το μεγάλο ημερήσιο θερμοκρασιακό εύρος, τον άνεμο και την αργή ωρίμανση. Στην άλλη, με το θαλάσσιο κλίμα, τη χαμηλότερη θερμική ένταση και τη βραδύτερη εξέλιξη του σταφυλιού πάνω στο φυτό.
Ανάλογη είναι και η περίπτωση της Δανίας, μιας χώρας που μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες δύσκολα θα έμπαινε σοβαρά στη συζήτηση για ποιοτική οινοπαραγωγή. Ο Sven Moesgaard, επικεφαλής της Skærsøgaard Vin, επισημαίνει ότι για πολλά χρόνια η βόρεια θέση της Δανίας θεωρούνταν από μόνη της αρκετός λόγος για να αποκλείσει κανείς την παραγωγή αξιόλογου κρασιού. Στην πράξη, όμως, οι μεγάλες ημέρες του καλοκαιριού, η επίδραση της θάλασσας, οι ηπιότεροι χειμώνες και η σταδιακή επιμήκυνση της καλλιεργητικής περιόδου έχουν αλλάξει τα δεδομένα.
Η κλιματική αλλαγή έχει επιταχύνει αυτή τη μετατόπιση. Περιοχές που κάποτε θεωρούνταν οριακές αποκτούν πλέον εμπορική σημασία, έστω και σε μικρή κλίμακα. Η Πολωνία αναπτύσσει σταδιακά τη δική της οινική ταυτότητα, ενώ στη Σκωτία εμφανίζονται πειραματικοί αμπελώνες. Την ίδια στιγμή, παραδοσιακές περιοχές της Ευρώπης βρίσκονται αντιμέτωπες με πρώιμους τρύγους, υψηλότερα επίπεδα αλκοόλ, λειψυδρία και ακραία καιρικά φαινόμενα.
Εν συνεχεία, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της νέας πραγματικότητας είναι η Ινδία. Το Νασίκ βρίσκεται σε γεωγραφικό πλάτος που, με βάση την παλιά λογική, δεν θα έμοιαζε ιδανικό για παραγωγή κρασιού. Παρ’ όλα αυτά, η περιοχή έχει αναπτύξει έναν εμπορικό οινικό τομέα αξιοποιώντας το υψόμετρο, τις διαφορές θερμοκρασίας και τεχνικές προσαρμοσμένες σε τροπικές συνθήκες. Σε τέτοια περιβάλλοντα, η επιτυχία δεν έρχεται από την αντιγραφή των ευρωπαϊκών μοντέλων, αλλά από την κατανόηση του ίδιου του τόπου.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μάθημα για την αμπελουργία του 21ου αιώνα. Το κρασί δεν μπορεί να διαβαστεί πλέον μόνο μέσα από τους παραδοσιακούς χάρτες. Η ποιότητα, το στυλ και η βιωσιμότητα μιας περιοχής εξαρτώνται από μια πιο σύνθετη ισορροπία ανάμεσα στο φυσικό περιβάλλον και στις αποφάσεις του ανθρώπου.
Το γεωγραφικό πλάτος παραμένει ένας χρήσιμος δείκτης. Μπορεί ακόμη να δώσει μια πρώτη εικόνα για τις γενικές κλιματικές τάσεις μιας περιοχής. Όμως δεν αρκεί για να εξηγήσει γιατί δύο αμπελώνες στην ίδια περίπου ζώνη μπορούν να δώσουν κρασιά με εντελώς διαφορετική προσωπικότητα.
Εν κατακλείδι, το μέλλον του κρασιού φαίνεται πως θα ανήκει λιγότερο στις περιοχές που απλώς βρίσκονται στη «σωστή» θέση του χάρτη και περισσότερο σε εκείνες που μπορούν να προσαρμοστούν. Σε έναν κόσμο όπου το κλίμα αλλάζει, η πραγματική δύναμη μιας οινικής περιοχής δεν θα κρίνεται μόνο από το πού βρίσκεται, αλλά από το πόσο καλά καταλαβαίνει τον εαυτό της.
























