Η παρέμβασή του έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία ο ευρωπαϊκός αμπελοοινικός τομέας εξακολουθεί να κατέχει ηγετική θέση διεθνώς, αλλά βρίσκεται αντιμέτωπος με πιέσεις που δεν επιτρέπουν κανέναν εφησυχασμό. Η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει ο μεγαλύτερος παραγωγός κρασιού στον κόσμο, αντιπροσωπεύοντας πάνω από το 60% της παγκόσμιας παραγωγής, περίπου το 48% της κατανάλωσης και σημαντικό μερίδιο του διεθνούς εμπορίου. Παράλληλα, ο τομέας στηρίζεται σε ένα από τα ισχυρότερα συστήματα γεωγραφικών ενδείξεων παγκοσμίως, με περισσότερες από 1.700 προστατευόμενες ονομασίες και γεωγραφικές ενδείξεις, οι οποίες συνδέουν το κρασί με συγκεκριμένους τόπους, παραδόσεις και παραγωγικές ταυτότητες.
Ωστόσο, όπως τόνισε ο Χάνσεν, αυτή η θέση δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη. Η μείωση της κατανάλωσης σε ώριμες αγορές, οι αλλαγές στις συνήθειες των νεότερων γενεών, η αστάθεια στο διεθνές εμπόριο, το αυξανόμενο κόστος παραγωγής και οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής διαμορφώνουν ένα νέο, πιο απαιτητικό περιβάλλον για οινοποιούς, αμπελουργούς και συνεταιρισμούς.
Το συνέδριο της Assoenologi, που πραγματοποιείται στο Conegliano από τις 28 έως τις 30 Μαΐου, έχει ως κεντρικό θέμα «Η σχολή του κρασιού – Αγορές, νέοι και νέες οινολογικές προκλήσεις». Η επιλογή της θεματικής δεν είναι τυχαία. Το κρασί καλείται σήμερα να ξαναμιλήσει στο κοινό του, να επανασυνδεθεί με τις νεότερες γενιές και να απαντήσει σε ζητήματα που αφορούν την υγεία, την υπεύθυνη κατανάλωση, την καινοτομία, τη βιωσιμότητα και τη θέση του στην καθημερινή κουλτούρα.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και το νέο ευρωπαϊκό «Πακέτο Οίνου», ένα σύνολο μέτρων που προτάθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και έχει πλέον εγκριθεί σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, με στόχο να δώσει στον τομέα περισσότερα εργαλεία προσαρμογής. Το πακέτο επιχειρεί να αντιμετωπίσει τρία βασικά προβλήματα: την ανισορροπία ανάμεσα στην παραγωγή και τη ζήτηση, την ανάγκη προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή και τον εκσυγχρονισμό του τρόπου με τον οποίο το κρασί επικοινωνεί με τον καταναλωτή.
Μεταξύ των μέτρων προβλέπονται δυνατότητες καλύτερης διαχείρισης της παραγωγής, ώστε να αποφεύγονται φαινόμενα υπερπροσφοράς που πιέζουν τις τιμές και αποδυναμώνουν την οικονομική βιωσιμότητα των παραγωγών. Τα κράτη μέλη θα μπορούν να στηρίζουν παρεμβάσεις όπως ο πράσινος τρύγος ή η εκρίζωση πλεονασματικών αμπελώνων, όπου κρίνεται αναγκαίο, ενώ παράλληλα ενισχύονται τα εργαλεία για τη διαχείριση αποθεμάτων και αποδόσεων.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στην κλιματική ανθεκτικότητα. Η άνοδος της θερμοκρασίας, οι ακραίοι καύσωνες, οι περίοδοι ξηρασίας, οι παγετοί και οι νέες φυτοϋγειονομικές πιέσεις αλλάζουν ήδη τον τρόπο με τον οποίο καλλιεργούνται τα αμπέλια στην Ευρώπη. Δεν επηρεάζουν μόνο τις αποδόσεις, αλλά και τους χρόνους ωρίμασης, το αλκοολικό δυναμικό, την οξύτητα, τη φαινολική ισορροπία και τελικά το ύφος των κρασιών. Για τον λόγο αυτό, το νέο πλαίσιο προβλέπει αυξημένη στήριξη για επενδύσεις που σχετίζονται με την προσαρμογή και τον μετριασμό των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής.
Ένα ακόμη κρίσιμο σημείο αφορά την επισήμανση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να εναρμονίσει και να απλοποιήσει τους κανόνες, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στην ψηφιακή πληροφόρηση, στις ετικέτες και στα εικονογράμματα. Στόχος είναι ο καταναλωτής να έχει πιο άμεση, καθαρή και σύγχρονη πρόσβαση σε πληροφορίες, χωρίς να επιβαρύνονται υπέρμετρα οι παραγωγοί με πρόσθετη γραφειοκρατία.
Το πακέτο ανοίγει επίσης τον δρόμο για πιο ξεκάθαρη κατηγοριοποίηση των κρασιών χωρίς αλκοόλ ή με μειωμένο αλκοολικό τίτλο, μια κατηγορία που παραμένει μικρή σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά αποκτά αυξανόμενο εμπορικό ενδιαφέρον. Η εξέλιξη αυτή δεν αναιρεί τον χαρακτήρα του παραδοσιακού κρασιού, αλλά αναγνωρίζει ότι ένα τμήμα των καταναλωτών αναζητά πλέον διαφορετικές επιλογές, λιγότερο αλκοόλ και μεγαλύτερη ευελιξία στις περιστάσεις κατανάλωσης.
Παράλληλα, η Ευρώπη δίνει μεγαλύτερη έμφαση στον οινοτουρισμό και στην προώθηση των κρασιών σε τρίτες χώρες. Η σύνδεση του κρασιού με τον τόπο, το τοπίο, την ιστορία, τη γαστρονομία και την εμπειρία επίσκεψης στα οινοποιεία αναδεικνύεται σε βασικό εργαλείο για την οικονομική ενίσχυση των αγροτικών περιοχών. Για χώρες όπως η Ελλάδα, όπου οι μικρές ζώνες, οι αυτόχθονες ποικιλίες και οι ΠΟΠ ή ΠΓΕ ταυτότητες αποτελούν ισχυρό συγκριτικό πλεονέκτημα, αυτή η κατεύθυνση έχει ιδιαίτερη σημασία.
Η παρέμβαση Χάνσεν δεν περιορίστηκε, πάντως, στην οικονομική διάσταση. Ο Ευρωπαίος Επίτροπος συνέδεσε την ανθεκτικότητα του κλάδου με τον ρόλο των ίδιων των οινοποιών και των οινολόγων. Τόνισε ότι η καινοτομία δεν μπορεί να λειτουργήσει αποκομμένη από την ποιότητα, την τεχνική ακρίβεια και τις αυστηρές οινοποιητικές πρακτικές. Με άλλα λόγια, το μέλλον του ευρωπαϊκού κρασιού δεν θα κριθεί μόνο από τις επιδοτήσεις, τις ρυθμίσεις ή τα εργαλεία διαχείρισης της αγοράς, αλλά και από την ικανότητα των ανθρώπων του να προστατεύσουν την αυθεντικότητα του προϊόντος μέσα σε ένα περιβάλλον που αλλάζει γρήγορα.
Εν κατακλείδι, το μήνυμα είναι σαφές. Το ευρωπαϊκό κρασί εξακολουθεί να διαθέτει κύρος, ιστορία, εμπορική δύναμη και πολιτισμικό βάρος. Όμως η επόμενη περίοδος δεν θα ανταμείψει την αδράνεια. Θα ανταμείψει τις ζώνες, τους παραγωγούς και τις χώρες που θα μπορέσουν να ενώσουν παράδοση και προσαρμογή, ποιότητα και νέο λόγο, ταυτότητα και εξωστρέφεια. Γιατί το κρασί της Ευρώπης παραμένει παγκόσμιο σημείο αναφοράς, αλλά η διατήρηση αυτής της θέσης απαιτεί πλέον στρατηγική, καθαρό βλέμμα και βαθύτερη κατανόηση της εποχής.
























