Συνέντευξη στους Γιάννη Πανάγο και Ζήση Πανάγο
Φωτογραφίες ∆ηµήτρης ∆ηµόπουλος
Tο Wine Trails συνάντησε τον Απόστολο Μούντριχα στο οινοποιείο και τα αµπέλια του στον Μύτικα της Εύβοιας, για να τον παρακολουθήσει να ταξιδεύει στο χρόνο και να ξεδιπλώνει µια µυθιστορηµατική πορεία στον οίνο, που διαµορφώθηκε, όπως ο ίδιος λέει, από τις δυνάµεις της τέχνης, της τύχης, της έµπνευσης και των συµπτώσεων. Μια πορεία που συµπυκνώνεται σε µια φράση, πιο ισχυρή από οποιαδήποτε επιχειρηµατική απόφαση: «Θα αφιερωθώ σε αυτή την ποικιλία που όντως την ερωτεύτηκα και θα τολµήσω να πω µε ερωτεύτηκε».
Δείτε εδώ τη συνέντευξη
Οι γνώστες λένε ότι Syrah χωρίς τον Απόστολο Μούντριχα δεν υπάρχει στην Ελλάδα. Τι είναι αυτό που έφερε το Syrah στη φαρέτρα σας;
Χαίροµαι πάρα πολύ που κάνουµε αυτή την κουβέντα σήµερα και που οι γνώστες µε θεωρούν κοµµάτι του ελληνικού Syrah, γιατί είναι µια ποικιλία που αγαπάω πάρα πολύ. Έχω συνηθίσει στη ζωή µου να λέω ότι το κρασί είναι δύο πράγµατα, τέχνη και επιστήµη. Αν θέλουµε να το αναλύσουµε αυτό, το κοµµάτι της τέχνης είναι το αίσθηµα του οινοποιού, πώς το προσεγγίζει. Από την άλλη µεριά, αν δεν υπάρχει επιστήµη, δεν υπάρχει συµβατότητα ποικιλιών, τόπου και επιστηµονικής προσέγγισης. Εποµένως δεν φτάνει µόνο η τέχνη. Το Syrah λοιπόν ήρθε στην Εύβοια, έχοντας και τα δύο µαζί του, γι’ αυτό και νοµίζω πέτυχε. Και µαζί µε αυτό κι εγώ.

Ας πάρουµε τα πράγµατα από την αρχή. Στη Γαλλία µεν, αλλά σπουδάζοντας Οικονοµικά;
Πριν πολλά χρόνια βρίσκοµαι στο Πουατιέ της Γαλλίας µε ένα πρόγραµµα Erasmus να σπουδάζω Οικονοµικά. ∆εν ήταν όµως η κλίση µου. Και επειδή τα λιγοστά πράγµατα που ήξερα γύρω από το κρασί τότε ήταν ότι το Μπορντό είναι η Μέκκα του κρασιού, µάζεψα τα µπογαλάκια µου και πήγα εκεί. Βέβαια µε το πενιχρό φοιτητικό πορτοφόλι που είχα τότε δεν µπορούσα να πάω σε µεγάλα σπίτια και να δοκιµάσω µεγάλα κρασιά. Ξεκίνησα να επισκέπτοµαι garaze wineries. Εκεί λάτρεψα το Sauvignon Blanc, µου έκανε τεράστια εντύπωση αυτός ο αρωµατικός χαρακτήρας. Μπορεί να µην είχα ξαναδοκιµάσει στην Ελλάδα τέτοιο κρασί προερχόµενος από ένα ταπεινό χωριό, εδώ που είµαστε σήµερα. Παράλληλα µου δηµιουργείται µία απέχθεια για το Cabernet Sauvignon, γιατί είχα δοκιµάσει προφανώς πολλά φρέσκα και ίσως µέτριας οινοποίησης κρασιά. Και γι’ αυτό δεν έχω φτιάξει ποτέ στη ζωή µου Cabernet Sauvignon.
Στη συνέχεια της περιήγησης βρίσκοµαι στον Ροδανό όπου δοκιµάζω Syrah. Oύτε Guigal, ούτε ιερά τέρατα. Aπλά κρασιά, τα οποία όµως ερωτεύτηκα, µου φάνηκαν πιο συµβατά µε τον ουρανίσκο µου. Θυµάµαι, βρίσκοµαι στο Ampuis λίγο πριν κλείσουν τα µαγαζιά για µεσηµέρι και ρωτάω ποιο είναι το κόκκινο κρασί που έχετε στην περιοχή. Μου φέρνουν ένα ποτήρι Syrah. Ούτε καν θυµάµαι ποιο. Λέω εγώ θα φτιάξω αυτό. Αυτό είναι το κοµµάτι της τέχνης, της τύχης, της έµπνευσης, των συµπτώσεων.
Και ύστερα έρχεται η επιστροφή στην Ελλάδα…
Ερχόµενος πίσω βρήκα τη στήριξη του πατέρα µου, που ήταν αµπελουργός αλλά δεν ήξερε ούτε από Sauvignon Blanc, ούτε από Syrah. Μου λέει, βρες ό,τι θες και εγώ θα σου βάλω από δυο-τρία στρέµµατα για να τα δεις. Μάλιστα το πρώτο Sauvignon Blanc είναι ένα αµπέλι µεγαλύτερο των τριάντα ετών. Συνεργαζόµαστε τότε µε το Γεωπονικό Πανεπιστήµιο και στη συνέχεια έχω την τύχη να γνωρίσω και τον Γιώργο Κοτσερίδη που γυρίζει από σπουδές και είχε πολλή όρεξη και µεγάλη επιστηµονική κατάρτιση. Το 1997 στήνουµε τον πρώτο αµπελώνα, που στη συνέχεια έγινε ο αµπελώνας του Αγίου Χρόνου, 92% Syrah, 8% Viognier. Από τότε φυτέψαµε πάρα, πάρα πολλά Syrah. Και πήρα µια απόφαση συνειδητά, ότι εγώ δεν θα µπλέξω µε δέκα κόκκινες ποικιλίες, δεν θα ακολουθήσω τη µόδα, δεν θα βάλω το µισητό Cabernet Sauvignon. Θα αφιερωθώ σε αυτή την ποικιλία που όντως την ερωτεύτηκα και θα τολµήσω να πω µε ερωτεύτηκε.
Και είδατε ότι σας πάει.
Ταιριάζει στα εδάφη µας. Το ξηροθερµικό κλίµα της Εύβοιας της πήγε γάντι. Γρήγορα πήραµε τα πρώτα θετικά αποτελέσµατα. Βέβαια πίσω από όλο αυτό κρύβεται πολλή δουλειά, πρέπει να έχω φυτέψει πάνω από 25 διαφορετικούς κλώνους Syrah. Για να καταλήξω εδώ να δουλεύουµε µε πέντε διαφορετικούς κλώνους. Βέβαια, για να πω την αλήθεια, στάθηκα πολύ τυχερός γιατί τελικά από ό,τι έχω καταλάβει το Syrah είναι µία ποικιλία που αγαπάει γενικώς την Ελλάδα, που αγαπάει τον Νότο. Χαίροµαι όταν λένε ότι είµαι Syrah Master ή ότι τέλος πάντων είµαι κοµµάτι του ελληνικού Syrah ή πρωτοπόρος γιατί όντως είµαι ο δεύτερος που έχει φυτέψει Syrah στην Ελλάδα. Αλλά έχω πιει Syrah από τη Μακεδονία µέχρι την Κρήτη ελληνικά που είναι εξαιρετικά. Έχει γεννηθεί στον Ροδανό αλλά για µένα αυτό δεν λέει και πάρα πολλά πράγµατα. Αύριο µπορεί να δούµε ένα µεγάλο Αγιωργίτικο στο Μπορντό.
Ποια θεωρείτε κορυφαία εκδοχή σας στο Syrah;
Αυτή είναι η πιο δύσκολη ερώτηση. Το εύκολο είναι να πω το Collection ή ο Άγιος Χρόνος που έχει πάρει 98% στα Decanter κ.α. Εµένα η αγαπηµένη µου ετικέτα είναι η κλασική. Ισχύει και το σλόγκαν της σοκολάτας «πρώτη µου αγάπη». Για µένα είναι πιο δύσκολο να κάνεις ένα κρασί σε 150.000 φιάλες από 200 διαφορετικά στρέµµατα και να είναι από την πρώτη φιάλη µέχρι την τελευταία ίδιο και εξίσου ποιοτικό. Ένα επιλεγµένο αµπελοτόπι που είναι ευλογηµένο, είναι 40 στρέµµατα και ξέρεις ότι θα σου δώσει πάντα κορυφαίο καρπό. Όχι πως δεν το αγαπάω ή δεν το σέβοµαι. Αλλά θα πω η ετικέτα του κλασικού Syrah αυτό που αντιπροσωπεύει για µένα είναι η ξεκούρασή µου. Οταν είµαι µόνος µου και θέλω να πιω ένα ποτήρι, θα ανοίξω ένα Syrah. Όπως µάλιστα λέµε καµιά φορά και µε τη Λέγκα, είναι το φαΐ των παιδιών µας. Γιατί είναι η ετικέτα που µας επέτρεψε να σχεδιάσουµε όλα τα υπόλοιπα. Είναι αυτό που αγαπήθηκε από τον κόσµο.
Ας γυρίσουµε όµως λίγο πίσω στο χρόνο να ανιχνεύσουµε, πριν τη Γαλλία, τη σχέση της οικογένειας, εδώ στον Μύτικα, µε το κρασί.
Υπήρχε σχέση µε το κρασί που αποτυπώνει και την ιστορία και της περιοχής και της Χαλκίδας. Ο παππούς Απόστολος είχε οινοποιείο πριν τον Β’ Παγκόσµιο Πόλεµο. Πατητήρι, µε τσιµεντένιες δεξαµενές. Και πρέπει να υπήρχαν εδώ µέσα πάνω από 70 µε 100 τέτοια µικρά οινοποιεία. Στον Πόλεµο οι δοµές χαλάνε και µετά έρχεται, καλώς ή κακώς, τότε το κράτος και δηµιουργεί τον ΑΣΑΧ, Αναγκαστικός Συνεταιρισµός Αµπελοκτηµόνων Χαλκίδος. Και τα µαζεύει όλα. Ο παππούς, θέλοντας ή µη, γίνεται µέτοχος.Τα πρώτα χρόνια ο ΑΣΑΧ λειτουργούσε, πατάγανε πάλι τα ιδιωτικά οινοποιεία, πηγαίνανε µούστο και ζύµωνε µέσα, απλά γινόταν κεντρικό το εµπόριο του κρασιού. Στη συνέχεια, δίπλα στο λιµάνι της Χαλκίδας πια, φτιάχνεται εγκατάσταση του συνεταιρισµού µε πιεστήριο, µάλιστα συνεχές. Το εγχείρηµα δεν πάει καλά, οπότε ο πατέρας µου απλά µένει να είναι αµπελουργός πια, µε µερίδες στον συνεταιρισµό και, παράλληλα, επειδή η αµπελουργία έφθινε τραγικά, έχει και µελίσσια. Αυτό συγκυριακά µέχρι το 1990. Το 1990 πέφτει έξω οικονοµικά ο συνεταιρισµός οπότε άρεται η αναγκαστικότητα. Συγκυριακά εγώ έχω φύγει χωρίς να ξέρω ότι θα ξαναγυρίσω. Τότε είναι που πάω να σπουδάσω Οικονοµικά στην Αθήνα.

Έχει ανοίξει όµως το παιχνίδι λιγάκι. ∆εν υπάρχουν τα στεγανά.
Έχει ανοίξει, ναι. Εγώ λοιπόν είµαι στο Οικονοµικό της Νοµικής, µου αρέσουν τα ταξίδια, δεν έχω φύγει ποτέ από το χωριό µου και δίνεται η ευκαιρία σε όποιον ξέρει γαλλικά -σπάνιο για την εποχή- να κάνει Erasmus στη Γαλλία, όπως είπαµε νωρίτερα. Πηγαίνω στο πανεπιστήµιο, ούτε καταλάβαινα και ειδικά ορολογίες, ούτε και µ’ αρέσει. Οπότε, φεύγω και κάνω µια περιήγηση στην οινοπαραγωγό Γαλλία. Και όταν γύρισα, λέω στον συγχωρεµένο πατέρα µου, αυτό µ’ αρέσει. «Είσαι σίγουρος;» µου απαντάει. ∆εν µου χάλαγε χατήρι. Και θυµάµαι τότε η ξαδέλφη του Πάνου Ζουµπούλη, η Μαρία Ζουµπούλη ήταν παντρεµένη µε τον Μισέλ Σαζαλόν, τον αείµνηστο, που είχε φυτώριο στη Γαλλία, στον Ροδανό. Οπότε, γυρίζοντας, ξεκινάω να δω τι µπορώ να βρω.
Τι µαγιά, κατ’ αρχήν, υπήρχε τότε εδώ;
Εδώ υπήρχε Σαββατιανό και Ροδίτης. Μάλιστα είχε προκύψει το 1945-1950 φυλλοξήρα, έχει καταστραφεί όλος ο Ευβοϊκός αµπελώνας και οι Μαυροκουντούρες και πολλά που έχω ακούσει και δεν έχω καταφέρει να βρω. Ψάχνω λοιπόν και βρίσκω τον Πάνο Ζουµπούλη, τυχαία µέσα από την κάβα που είχε στην Κηφισιά, του λέω ότι θέλω να βρω φυτά από αυτά που δοκίµασα στη Γαλλία, µε στέλνει στη Μαρία και µαζί φέρνουµε τα πρώτα Sauvignon Blanc και τα φυτεύουµε το 1990-1991. Να πω ότι πριν δοκιµάσω το Sauvignon Blanc στο Μπορντό, το προηγούµενο κρασί που είχα πιει 19 χρονών ήταν το χύµα που έφτιαχνε ο πατέρας µου. Οπότε καταλαβαίνεις ότι αυτό το λευκό ήτανε µαγεία. Από τα πρώτα που προσπάθησα να µάθω ήταν ότι το Sauvignon Blanc ήθελε πεδιάδα, εποµένως ταίριαζε στα κτήµατά µου. Για Syrah στην πεδιάδα, ο Μισέλ Σαζαλόν µου είπε όχι. «Βρες κτήµα και προχωράµε» αντιπρότεινε. Οπότε µας πήρε κάποια χρόνια. Γι’αυτό και η πρώτη µου ετικέτα δεν είναι το Syrah.
Και το πρώτο Syrah του Απόστολου Μούντριχα, πότε ήρθε;
Το Syrah το έβγαλα πειραµατικά από κάποια παλιά αµπέλια άλλου οινοποιού, ήταν το 1996-1997 και Syrah µε Grenache. Το πρώτο δικό µου ήταν το 2000 όπου ήταν και το ορόσηµο καθώς ήρθε και το πρώτο µετάλλιο, τότε ένα Χρυσό στις Βρυξέλλες, και αρχίζει η πρώτη αναγνώριση.
Που δίνει και ώθηση και ψυχολογική ανάταση για µια καλύτερη πορεία.
Ήµουν πολύ τυχερός που βρήκα ανθρώπους που είχαν φυτώριο στη Γαλλία και µε καθοδηγούσαν σωστά. Πού να βρεις στην Ελλάδα, το 1995, φυτά σωστά και µε κλωνική επιλογή; Ξαναλέω, ο αείµνηστος Μισέλ Σαζαλόν µε έχει βοηθήσει πάρα πολύ και η Μαρία Ζουµπούλη καλή της ώρα. Θυµάµαι τα πρώτα Sauvignon ήταν µικρή παρτίδα, τα είχε φέρει σπίτι της στην Αγία Παρασκευή και είχα πάει να τα πάρω µε ταξί.

Από το 2000 και µετά αισθάνεστε πια οινοποιός. Πού οινοποιείτε µέχρι τότε;
Στον αείµνηστο Γιάννη Τζαγανίκα, που σήµερα ο γιος του κρατάει εξαιρετικά το οινοποιείο, και γνωρίζω κι έναν οινολόγο, τον Γιώργο ∆έδε, που έφυγε πολύ νέος από τη ζωή. Παράλληλα όµως όταν γύρισα από τη Γαλλία, υπήρχε η Ελληνική Ακαδηµία Οίνου, που είχε ιδρύσει ο ∆ιονύσης Κούκης και δίδασκε ο Αργύρης Τσακίρης που µε βοήθησε από τα πρώτα µου βήµατα και είµαστε ακόµα πολύ φίλοι, όπως και ο Πάνος ∆εληγιάννης. Τρία χρόνια, τρεις κύκλοι, καλό σχολειό, εξαιρετικό για εκείνη την εποχή και παράλληλα έκανε σεµινάρια και ο ∆ηµήτρης ο Χατζηνικολάου, οπότε παρακολουθώ τα πάντα.
Και έρχεται και η πρώτη υποδοµή εδώ.
Το 1999, βάζουµε δεξαµενές και ένα µικρό χειροκίνητο εµφιαλωτικό, εµείς το λέµε γελάδα, και τοποθετούµε και µια πενηνταριά βαρέλια και φτιάχνεται η πρώτη υποδοµή. Μετά κοµµατάκι- κοµµατάκι…
Θα πω ότι ήσασταν τυχερός, γιατί τότε άρχισε να ανθίζει το ελληνικό κρασί και θα µπορούσαµε να πούµε ότι είστε σε αυτή τη γενιά των ανθρώπων που έβαλαν τα θεµέλια της άνθισης.
Το λέω πολλές φορές σε συναδέλφους που ξεκινάνε τώρα. Παιδιά, δεν ξέρω αν θα είχα το κουράγιο να ξεκινήσω µε χίλια πεντακόσια οινοποιεία. Τότε ναι. Εγώ έχω τη χαρά και -το περίεργο- να θεωρώ τον εαυτό µου όντως την πρώτη γενιά των Ελλήνων οινοποιών αλλά είµαι ο µικρότερος. ∆ηλαδή εγώ θεωρώ οινοποιητικά γενιά µου τον Γεροβασιλείου, τον Σκούρα, τον Λαζαρίδη. Είχαν ξεκινήσει 2-3 χρόνια νωρίτερα από µένα, βέβαια είναι µεγαλύτεροι από µένα και τώρα είµαι ανάµεσα σε αυτούς και στα παιδιά τους ηλικιακά.

Είχαν πάει όµως στη Γ0αλλία λίγο παραπάνω εκείνοι…
Είναι οι άνθρωποι που έφεραν την επιστήµη στην Ελλάδα, είναι οι άνθρωποι που σπούδασαν κανονικά. Εγώ αναζήτησα την επιστήµη εκ νέου εδώ, δεν ξεκίνησα καν για να γίνω οινοποιός.
Με τη Μαυροκουντούρα, ποια είναι η ιστορία της;
Ενώ λοιπόν είναι η απόφασή µου καθολική ότι εµάς το Syrah είναι η ποικιλία που µας ενδιαφέρει, πάνω στο Syrah δουλεύουµε και στο Syrah επενδύουµε, κουβέντα στην κουβέντα µε τον συγχωρεµένο τον πατέρα µου, µου ανέφερε ότι και εµείς είχαµε µια κόκκινη ποικιλία η οποία δεν ξέρω τι γίνεται. Οπότε µου δηµιουργήθηκε η ανάγκη να ξεκινήσω να δω τι υπάρχει. Η γενέτειρα της Μαυροκουντούρας είναι η Κύµη και είχα πάλι την τύχη από την Κύµη να κατάγεται και ο τότε ∆ιευθυντής Αγροτικής Ανάπτυξης στον Τοµέα Οίνου της Εύβοιας, ο
συγχωρεµένος Τάσος Ράπτης, από τους ανθρώπους που βοήθησαν την περιοχή να αναπτυχθεί πάρα πολύ. Γενικά να αναφέρω ότι γενικότερα εγώ δεν έχω παράπονο από το ∆ηµόσιο, αρκεί να σκεφθεί κανείς ότι το ΠΓΕ Εύβοια δεν υπήρχε και το φτιάξαµε µαζί µε τον Ρηγάκη, ∆ιευθυντή πάλι στον Τοµέα Οίνου. Ψάχνουµε λοιπόν στην Κύµη και µε τη βοήθεια του Κώστα Μπακασιέτα κάνουµε αρκετά ταξίδια, ψάχνουµε βρίσκουµε κληµατ0α0ριές. Πρέπει να ήταν γύρω στο 2000 και το πρώτο δείγµα που ταυτοποίησε ο Μπακασιέτας ήταν Alicante Bouschet. Να σηµειώσω ότι το 1870-1880, όταν η Γαλλία είχε φυλλοξήρα, η Κύµη είχε τεράστιο εµπόριο µε τη Μασσαλία για κρασί. Έπαιρναν, έφερναν κλήµατα, λέγανε φυτεύτηκε αυτό, βάλτε εκείνο. Στη συνέχεια βρίσκουµε µια ποικιλία η οποία φαίνεται να είναι ξεχωριστή, βρίσκουµε και στο Αλιβέρι ένα κτήµα, όπου έχει ένα µεγάλο ποσοστό Μαυροκουντούρας καθαρής. Το κλαδεύουµε µε τον πατέρα µου, τρία χρόνια διαλέγουµε και από εκεί φυτά, κάνουµε ένα µιξ του τι πιστεύαµε ότι είναι Μαυροκουντούρα, τα δώσαµε στον Μπακασιέτα και φτιάξαµε την πρώτη µητρική φυτεία. Στην πορεία και κάνοντας DNA διαπιστώνουµε ότι είναι κλώνος της Μανδηλαριάς και τώρα πλέον κάνουµε µια οινοποίηση που δίνει ένα πιο καλοκαιρινό φρέσκο κρασί, πιο αέρινο, πιο ελαφρύ, ένα κρασί που θα έπινε κανείς και λίγο πιο δροσερό και ταιριάζει πολύ µε πιο µεσογειακά πιάτα.
Είπαµε για ευτυχείς συµπτώσεις και τις βοήθειες που είχατε σε αυτήν τη διαδροµή, ποιες όµως ήταν οι πιο µεγάλες δυσκολίες που αντιµετώπισε ο Απ. Μούντριχας;
Μια διαχρονική δυσκολία είναι η ανάπτυξη στη γη. Να βρεις τον τόπο και στη συνέχεια και τους υδάτινους πόρους και όλα όσα χρειάζονται για να στήνεις σωστά αµπέλια. ∆εν είχα την τύχη να είµαι σε µια περιοχή που να πω θα έχω τριγύρω µου τώρα τα 300 στρέµµατα αµπέλια να τα βλέπω να τα χαίροµαι…
Πόσα τεµάχια είναι τώρα τα κτήµατά σας;
Είναι 6 διαφορετικά τεµάχια µε το µεγαλύτερο να είναι ενιαίο 120 στρέµµατα.
Ας έρθουµε λίγο στη σηµερινή αγορά του οίνου. Υπάρχουν πράγµατι τόσο µεγάλες δυσκολίες;
∆εν ξέρω αν είναι µεγάλες ή µικρές. Ξέρω ότι περνάµε µια περίοδο που δεν είναι εύκολη για το κρασί. Παγκόσµια βέβαια υπάρχει αυτό το θέµα, εµείς όµως λόγω ιδιοσυγκρασίας περνάµε τα πάντα µέσα από µια υπερβολή. Για µένα αυτήν τη στιγµή υπάρχουν για µένα τρία πολύ µεγάλα θέµατα που πρέπει να κοιτάξει ο κλάδος µας. Τα οποία δεν είναι απαραίτητα αντίπαλοι, απλά πρέπει να προσαρµοστούµε. Το ένα είναι όλο αυτή η τάση της υγείας. ∆εν ήταν ποτέ στην κουλτούρα του κρασιού να πιούµε µέχρι τελικής πτώσεως. Κάνουµε µια κουβέντα να πιούµε ένα ποτήρι κρασί και αυτό είναι όλο. Και θα το χαρούµε. Στα 100 γραµµάρια κρασιού θα πιούµε 12 γραµµάρια αλκοόλης. Και έρχοµαι εγώ που µου αρέσει η υγιεινή ζωή και λέω γιατί δεν λέµε το ίδιο για τις τηγανιτές πατάτες; ∆εύτερον, η οδήγηση. Αλίµονο.
Το πρώτο απαντάει και στο δεύτερο αν υπάρχει µέτρο δεν δηµιουργείται πρόβληµα.
Αν θέλω να πιω ένα ποτήρι κρασί, µπορώ να µπω στο αυτοκίνητό µου και να πάω σπίτι. Αν θέλω να πιω τρία ποτήρια κρασί, γιατί το θέλει ο οργανισµός µου, η παρέα, η βραδιά, παίρνω ταξάκι ή µέσα µεταφοράς. ∆εν χρειάζεται να σου πει το κράτος. Πάντα πρέπει να έχουµε εµείς οι ίδιοι όρια για τον εαυτό µας.
Και το τρίτο;
Το τρίτο είναι το βασικότερο. Και είναι ότι αυτήν τη στιγµή η µεσαία τάξη, που για µένα είναι ήταν και είναι και ελπίζω να είναι η ραχοκοκκαλιά της ελληνικής οικονοµίας, περνάει δύσκολα. Άλλωστε οι πάρα πολύ πλούσιοι άνθρωποι µπορούν να πιουν Chateau Petrus κάθε µέρα αλλά και πόσο να πιουν…
Έχει να λύσει άλλα θέµατα πριν από το τι κρασί θα διαλέξει
Ακριβώς. Εµένα οι καταναλωτές µου είναι ο καθηµερινός άνθρωπος που θέλει να βγει µε την κοπέλα του, µε τη γυναίκα του, µε την παρέα του, µε τον φίλο του, να απολαύσουν δυο άτοµα ένα µπουκάλι κρασί και να πάνε σπίτι τους. Αυτοί λοιπόν ίδια λεφτά παίρνανε το 2020, ίδια λεφτά παίρνανε το 2026. Το σουπερµάρκετ, το ρεύµα η καθηµερινότητα είναι 40-50% πάνω. Το εστιατόριο που είναι ο φυσικός χώρος που εγώ δουλεύω περνάει δύσκολα, γιατί έχει αυξηθεί το κοστολόγιό του, προσπαθεί να αυξήσει κι αυτό στιγµές για να ζήσει βλέπει την πελατεία του να ελαττώνεται, οπότε αυτό για µένα είναι η πιο δύσκολη άσκηση.
Το γεγονός όµως ότι έγιναν όπως είπατε προηγουµένως 1.500 οινοποιεία δεν είναι κι αυτό ένα θέµα για µια αγορά που είναι πεπερασµένη;
Είπαµε ό,τι κάνουµε σε αυτήν τη χώρα το κάνουµε µε µια υπερβολή. Είναι πολύ ελκυστικό να γράφει το όνοµά σου πάνω σε µια ετικέτα. ∆εύτερον, οι Άγγλοι λένε µια πολύ ωραία παροιµία: Μόνο αν µπεις στα παπούτσια του άλλου µπορείς να καταλάβεις πώς περπατάει. Ρωτάει ο άλλος στην αγορά πόσο κάνει, ρε παιδιά, ένα κιλό
σταφύλι; Ένα – δύο ευρώ, ξέρω εγώ; Πόσο έχει το Syrah του Απόστολου στο ράφι; 14 ευρώ 15. Πόσο έχει στο εστιατόριο; 40. Ρε, τι βγάζει ο Απόστολος…
Οπότε να γίνουµε όλοι Απόστολοι
Έτσι λοιπόν απέξω φαίνεται ότι και ελκυστικό είναι να γράφουµε Απόστολος στην ετικέτα, που εγώ δεν γράφω άρα δεν έχει σηµασία, και τα δύο ευρώ να γίνονται 12. ∆εν ισχύει τίποτα από αυτά, µε αποτέλεσµα από κεκτηµένη ταχύτητα έχω 20-30 στρέµµατα αµπέλια ή είµαι γιατρός, δικηγόρος, βιοµήχανος και δεν ξέρω τι κάνω.
Γιατί να δίνω τασταφύλια αντί να κάνω κι εγώ;
Ακριβώς. Εγώ λοιπόν θα πω καλή επιτυχία σε όλους, γιατί για όλους ο ήλιος βγαίνει το πρωί, αλλά µε αγάπη θα πω ότι δεν είναι τα πράγµατα όπως φαίνονται. Είναι µια δουλειά πολύ δύσκολη, είναι µια δουλειά εντάσεως κεφαλαίου, εγώ ξέρω πάρα πολύ καλά πια, όπως και όλοι οι µεγάλοι συνάδελφοι, ότι την επένδυσή σου δεν την βγάζεις ποτέ και ότι αυτός που είπε για να κάνω για να κάνω µια µικρή περιουσία από το κρασί πρέπει να ξεκινήσω από µια µεγάλη, είχε δίκιο…
Τι καλύτερο θα µπορούσε να έχει κάνει στη διαδροµή του ο Απόστολος από να είναι οινοποιός και να έχει αυτές τις ετικέτες;
Τίποτα…























