Η καταχώριση έγινε με διάταγμα της 19ης Μαΐου 2026, το οποίο δημοσιεύθηκε στην Gazzetta Ufficiale στις 26 Μαΐου, και εντάσσει τη Sprigno στους οινοποιήσιμους αμπελοοινικούς τύπους με τον κωδικό A59.
Πιο συγκεκριμένα, πίσω από μια φαινομενικά τεχνική διοικητική πράξη κρύβεται μια ιστορία ανάκτησης, επιστημονικής τεκμηρίωσης και προστασίας της αμπελουργικής βιοποικιλότητας. Η Sprigno δεν είναι μια νέα ποικιλία με την εμπορική έννοια του όρου. Είναι ένα παλιό σταφύλι που επιβίωσε για χρόνια χάρη στη μνήμη και την επιμονή τοπικών αμπελουργών, οι οποίοι συνέχισαν να το διατηρούν σε μια περιορισμένη περιοχή, προτού περάσει σταδιακά από το πεδίο της προφορικής παράδοσης στο πεδίο της θεσμικής αναγνώρισης.
Παράλληλα, η ποικιλία καλλιεργούνταν για αιώνες στην ορεινή ζώνη ανάμεσα στη Basilicata και την Irpinia και χρησιμοποιούνταν σε τοπικές πρακτικές οινοποίησης. Η μέχρι σήμερα ταύτισή της με την ονομασία Asprinio di Ruoti μαρτυρά τόσο τη γεωγραφική της ρίζα όσο και τον τρόπο με τον οποίο οι μικρές κοινότητες της νότιας Ιταλίας διατηρούν ζωντανή την αμπελουργική τους κληρονομιά, συχνά χωρίς αυτή να έχει καταγραφεί πλήρως στα επίσημα συστήματα.
Το κρίσιμο στοιχείο της υπόθεσης είναι ότι οι γενετικές αναλύσεις έδειξαν πως η Sprigno δεν ταυτίζεται με την Asprinio που υπήρχε ήδη στο ιταλικό μητρώο. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε η περιφερειακή διοίκηση της Basilicata, το γενετικό της προφίλ είναι διαφορετικό και δεν αντιστοιχεί σε καμία άλλη ποικιλία που έχει καταγραφεί στις κύριες ιταλικές και διεθνείς αμπελουργικές βάσεις δεδομένων. Αυτό ακριβώς το εύρημα έδωσε στην υπόθεση άλλη βαρύτητα: δεν πρόκειται απλώς για έναν τοπικό συνώνυμο όρο ή για μια γνωστή παραλλαγή, αλλά για μια διακριτή ποικιλιακή ταυτότητα.
Η διαδικασία που οδήγησε στην καταχώριση ήταν αποτέλεσμα πολυετούς συνεργασίας ανάμεσα σε ερευνητικούς φορείς, θεσμούς και τοπική κοινότητα. Στην έρευνα συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, η CREA Viticoltura ed Enologia του Turi, η ALSIA, η GAL Percorsi, το CNR του Tito και το Δημοτικό Συμβούλιο του Ruoti. Καθοριστικός ήταν και ο ρόλος των αμπελουργών που είχαν διατηρήσει το φυτικό υλικό, επιτρέποντας στους επιστήμονες να εντοπίσουν, να μελετήσουν και να χαρακτηρίσουν παλιούς κλώνους που διαφορετικά θα μπορούσαν να είχαν χαθεί.
Τα έργα Basivin_SUD και Val.BasVit αποτέλεσαν τη βάση αυτής της προσπάθειας. Μέσα από αυτά εντοπίστηκαν και διατηρήθηκαν ιστορικά δείγματα στην περιοχή του Ruoti, ενώ ακολούθησε η επιστημονική τεκμηρίωση που ήταν απαραίτητη για να προχωρήσει η επίσημη αναγνώριση. Σε μια εποχή όπου η αμπελουργία αναζητά περισσότερη ανθεκτικότητα, μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα και πιο καθαρές εκφράσεις τοπικής ταυτότητας, τέτοιες πρωτοβουλίες αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.
Η εγγραφή στο Εθνικό Μητρώο δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η Sprigno θα εμφανιστεί άμεσα σε εμπορικές ετικέτες ή ότι δημιουργείται κάποια νέα ονομασία προέλευσης. Αποτελεί όμως απαραίτητο πρώτο βήμα. Η επίσημη καταχώριση επιτρέπει τη ρύθμιση της επιστημονικής, φυτωριακής και αμπελουργικής χρήσης της ποικιλίας μέσα στο ιταλικό θεσμικό πλαίσιο. Από εδώ και στο εξής μπορούν να προχωρήσουν πιο οργανωμένα η παραγωγή πιστοποιημένου φυτικού υλικού, οι πειραματικές φυτεύσεις, οι μελέτες προσαρμογής και οι δοκιμαστικές οινοποιήσεις.
Η πρακτική διάσταση είναι σημαντική για τους αμπελουργούς. Χωρίς επίσημη αναγνώριση, μια ποικιλία παραμένει ουσιαστικά εγκλωβισμένη σε ένα περιθώριο: μπορεί να υπάρχει σε παλιούς αμπελώνες, μπορεί να έχει ιστορία, αλλά δεν έχει την ίδια δυνατότητα διάδοσης, ελέγχου και αξιοποίησης. Με την καταχώριση, η Sprigno αποκτά διοικητική ταυτότητα, γεγονός που μπορεί να στηρίξει μελλοντικές επενδύσεις σε έρευνα, φυτεύσεις και παραγωγικά σχέδια.
Για τη Basilicata, η απόφαση έχει και συμβολική αξία. Η περιοχή είναι περισσότερο γνωστή στον οινικό χάρτη για το Aglianico del Vulture, όμως η ανάδειξη μικρών, σπάνιων ή σχεδόν ξεχασμένων ποικιλιών δείχνει ότι η δυναμική της δεν περιορίζεται μόνο στα ήδη αναγνωρίσιμα ονόματα. Η Sprigno μπορεί να λειτουργήσει ως παράδειγμα για το πώς οι μικρές αμπελουργικές κοινότητες μπορούν να μετατρέψουν την τοπική μνήμη σε εργαλείο ανάπτυξης, χωρίς να αποκόπτονται από την ιστορία τους.
Εν συνεχεία, ο Carmine Cicala, σύμβουλος για τις Γεωργικές, Τροφίμων και Δασοκομικές Πολιτικές της Περιφέρειας Basilicata, συνέδεσε την καταχώριση με την προστασία της αγροτικής βιοποικιλότητας και τη δημιουργία νέων ευκαιριών για την περιοχή. Η Sprigno, όπως σημείωσε, δεν αποτελεί μόνο ένα φυτικό γενετικό υλικό προς διατήρηση, αλλά και ένα στοιχείο ταυτότητας που μπορεί να στηρίξει την έρευνα, την αμπελουργία και τον οινοτουρισμό.
Ανάλογη ήταν και η τοποθέτηση του Michele Blasi, διευθυντή της ALSIA, ο οποίος υπογράμμισε ότι η επίσημη αναγνώριση μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο απέναντι στη γενετική διάβρωση. Η διατήρηση ποικιλιών που είχαν περιοριστεί σε μικρές περιοχές δεν είναι απλώς θέμα νοσταλγίας. Είναι ζήτημα αγρονομικής ασφάλειας, πολιτιστικής συνέχειας και παραγωγικής διαφοροποίησης.
Το επόμενο στάδιο θα είναι καθοριστικό. Η Sprigno πρέπει πλέον να περάσει από την αναγνώριση στη βιώσιμη αξιοποίηση. Αυτό σημαίνει πιστοποιημένο υλικό για τους αμπελουργούς, τεχνικές δοκιμές στον αμπελώνα, προσεκτική οινοποίηση και σαφή αφήγηση γύρω από την προέλευσή της. Αν αυτή η διαδρομή γίνει με σοβαρότητα, η ποικιλία μπορεί να προσθέσει ένα νέο, αυθεντικό κεφάλαιο στην οινική ταυτότητα της Basilicata.
Τέλος, σε μια περίοδο όπου η διεθνής αγορά κρασιού αναζητά αυθεντικότητα, διαφοροποίηση και ιστορίες με πραγματικό έδαφος πίσω τους, η αναγνώριση της Sprigno δείχνει ότι το μέλλον του κρασιού δεν βρίσκεται μόνο στις μεγάλες ποικιλίες και στις γνωστές ζώνες. Μερικές φορές βρίσκεται σε λίγες παλιές ρίζες που επέμειναν να υπάρχουν, μέχρι να αποκτήσουν ξανά όνομα.
























