Η Ιταλία κατέγραψε μείωση 6,2% στην αξία των εξαγωγών της σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους, ενώ η Γαλλία σημείωσε πτώση 3,4%, η Γερμανία 5,5% και η Ισπανία 8,5%, τη μεγαλύτερη μεταξύ των χωρών που περιλαμβάνονται στην έρευνα.
Η έκθεση καταδεικνύει μια αγορά δύο ταχυτήτων. Οι αφρώδεις οίνοι και οι λευκοί ήρεμοι οίνοι περιόρισαν τις απώλειες σε ένα ασθενέστερο εμπορικό περιβάλλον, ενώ πολλοί ερυθροί οίνοι συνέχισαν να υποχωρούν.
Ο Denis Pantini, επικεφαλής του Nomisma Wine Monitor, δήλωσε ότι τα τελευταία στοιχεία επιβεβαιώνουν μια αγορά εξαγωγών οίνων ΠΟΠ που κινείται με δύο διαφορετικούς ρυθμούς, καθώς οι διαφορές μεταξύ των επιμέρους κατηγοριών γίνονται ολοένα και πιο εμφανείς όσο η συνολική ζήτηση εξασθενεί.
Στην κατηγορία των αφρωδών οίνων, το γαλλικό Crémant κατέγραψε την ισχυρότερη ανάπτυξη, με τον όγκο των εξαγωγών να αυξάνεται κατά 19,4% την περίοδο Ιανουαρίου–Απριλίου. Η Champagne κινήθηκε επίσης ανοδικά, σημειώνοντας αύξηση 3% στον όγκο των εξαγωγών. Το ιταλικό Prosecco παρέμεινε ουσιαστικά σταθερό, με οριακή μείωση 0,8% στις εξαγόμενες ποσότητες. Το Asti εμφάνισε μια συγκρατημένη ανάκαμψη έπειτα από ένα δύσκολο 2025, με τον όγκο των εξαγωγών να αυξάνεται κατά 1%, εξέλιξη που αποδίδεται εν μέρει στις αγορές από την Κίνα, όπου οι αφρώδεις οίνοι εξακολουθούν να αποτελούν μικρό τμήμα της αγοράς, αλλά η κατανάλωσή τους αυξάνεται. Αντίθετα, το ισπανικό Cava κινήθηκε πτωτικά, με τον όγκο των εξαγωγών να μειώνεται κατά περισσότερο από 9%.
Οι λευκοί ήρεμοι οίνοι παρουσίασαν ορισμένες από τις πιο σαφείς ενδείξεις ανθεκτικότητας. Οι λευκοί οίνοι της Βουργουνδίας και του Λίγηρα κατέγραψαν αύξηση 6% στον όγκο των εξαγωγών, ενώ οι λευκοί οίνοι του Μπορντό ενισχύθηκαν κατά 16%. Στην Ιταλία, οι λευκοί οίνοι ΠΟΠ της Σικελίας και της Τοσκάνης είχαν καλύτερη επίδοση από πολλές άλλες κατηγορίες, με την αξία των εξαγωγών τους να αυξάνεται κατά 2,8% και 3,3% αντίστοιχα. Αντίθετα, οι λευκοί οίνοι του Βένετο υποχώρησαν σχεδόν κατά 4%, ενώ οι εξαγωγές Riesling από τη γερμανική περιοχή Mosel μειώθηκαν κατά 11%.
Οι ερυθροί οίνοι παρέμειναν η πιο αδύναμη κατηγορία της έκθεσης. Η Βουργουνδία αποτέλεσε μία από τις λίγες εξαιρέσεις, καθώς η αξία των εξαγωγών των ερυθρών οίνων ΠΟΠ αυξήθηκε σχεδόν κατά 3%, παρότι οι εξαγόμενοι όγκοι μειώθηκαν περίπου κατά 3%. Αντίθετα, οι ερυθροί οίνοι του Μπορντό συνέχισαν να επιδεινώνονται, με την αξία των εξαγωγών να υποχωρεί κατά 19% και τον όγκο κατά 8%. Η σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο αυτών δεικτών υποδηλώνει πιέσεις στη μέση τιμή πώλησης ή στη σύνθεση του προϊόντος σε μία από τις σημαντικότερες κατηγορίες ερυθρών οίνων της Γαλλίας.
Δυσκολίες αντιμετώπισαν και οι ιταλικοί ερυθροί οίνοι ΠΟΠ. Η Τοσκάνη και το Βένετο κατέγραψαν αμφότερες απώλειες άνω του 10% στην αξία των εξαγωγών τους σε σύγκριση με το πρώτο τετράμηνο του 2025. Το Πιεμόντε περιόρισε τη μείωσή του στο 2,5% σε αξία, παρότι οι εξαγόμενοι όγκοι αυξήθηκαν κατά 9%, γεγονός που αποτελεί ακόμη μία ένδειξη ότι η αύξηση των αποστολών δεν μεταφράστηκε σε υψηλότερες αποδόσεις. Στην Ισπανία, οι ερυθροί οίνοι Rioja σημείωσαν πτώση 7,5% στην αξία και 6% στον όγκο των εξαγωγών.
Ο Pantini επισήμανε ότι οι επιδόσεις των επιμέρους ονομασιών προέλευσης αποδεικνύουν γιατί οι γενικεύσεις μπορεί να οδηγήσουν σε λανθασμένα συμπεράσματα. Αν και οι τάσεις ανά κατηγορία είναι πλέον αρκετά σαφείς, τα αποτελέσματα των εξαγωγών εξακολουθούν να αντανακλούν τόσο τις βραχυπρόθεσμες συνθήκες της αγοράς όσο και βαθύτερους διαρθρωτικούς παράγοντες, οι οποίοι ασκούν ολοένα μεγαλύτερη πίεση σε αρκετές αμπελοοινικές περιοχές, ιδιαίτερα στην κατηγορία των ερυθρών οίνων.
Τα στοιχεία του Nomisma δεν περιλαμβάνουν τα απόλυτα μεγέθη των εξαγωγών στο υλικό που συνοδεύει την έκθεση. Ωστόσο, παρέχουν μία από τις πιο αξιόπιστες πρώιμες ενδείξεις για την πορεία των κορυφαίων ευρωπαϊκών οίνων ονομασίας προέλευσης στις διεθνείς αγορές κατά το τρέχον έτος. Τα δεδομένα δείχνουν ότι οι παραγωγοί που δραστηριοποιούνται στις κατηγορίες των αφρωδών και των λευκών οίνων εμφανίζονται προς το παρόν πιο ανθεκτικοί, ενώ πολλές οινοπαραγωγικές περιοχές που εξειδικεύονται στους ερυθρούς οίνους καλούνται να προσαρμοστούν σε ένα δυσκολότερο περιβάλλον, καθώς οι αγοραστές στις βασικές αγορές του εξωτερικού περιορίζουν τις αγορές τους ή στρέφονται σε οικονομικότερες επιλογές.
























