Η υπουργός Γεωργίας Ανί Ζενεβάρ περιέγραψε έναν τομέα κουρασμένο, με παραγωγούς που δοκιμάζονται ταυτόχρονα από τις κλιματικές ακρότητες και μια αγορά που δεν απορροφά πλέον τον όγκο της παραγωγής. Κατά τις επισκέψεις της σε βασικές αμπελουργικές περιοχές, από την Οξιτανία έως το Μπορντό και την κοιλάδα του Ροδανού ήρθε αντιμέτωπη με ένα κλίμα αποθάρρυνσης και οικονομικής ασφυξίας.
Το κυβερνητικό σχέδιο φιλοδοξεί να προσφέρει στοχευμένες και γρήγορες παρεμβάσεις. Περιλαμβάνει ενισχύσεις για εκρίζωση αμπελώνων, αξιοποίηση του ευρωπαϊκού αποθεματικού κρίσης, μειώσεις κοινωνικών εισφορών και εγγυήσεις για δάνεια αναδιάρθρωσης. Ωστόσο, η απουσία εγκεκριμένου κρατικού προϋπολογισμού λειτουργεί ως φρένο, μεταθέτοντας χρονικά την ουσιαστική εφαρμογή των μέτρων.
Η επιδότηση για την οριστική απομάκρυνση αμπελώνων έχει οριστεί στα 4.000 ευρώ ανά εκτάριο, με στόχο την προσαρμογή της παραγωγικής βάσης σε μια εσωτερική αγορά που καταναλώνει λιγότερο κρασί, κυρίως ερυθρό, και σε εξαγωγές που πλήττονται από εμπορικές εντάσεις. Τα γεωργικά συνδικάτα πιέζουν για άμεση ενεργοποίηση του μέτρου, πριν από την Αγροτική Έκθεση του Φεβρουαρίου, ωστόσο το χρονοδιάγραμμα εξαρτάται από την έγκριση του ευρωπαϊκού «Πακέτου Οίνου» και τη διαθεσιμότητα εθνικών πόρων.
Παράλληλα, η Γαλλία έχει απευθυνθεί επίσημα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητώντας χρηματοδότηση για προγράμματα απόσταξης, ώστε να μειωθούν τα πλεονάζοντα αποθέματα. Ο κλάδος διεκδικεί 80 εκατομμύρια ευρώ, υπενθυμίζοντας ότι το 2023 εγκρίθηκαν μόλις 40 εκατομμύρια για αντίστοιχη δράση. Οι τεχνικές διαβουλεύσεις με τις Βρυξέλλες βρίσκονται σε εξέλιξη και η απάντηση αναμένεται σύντομα.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά και η υπόθεση του κονιάκ. Οι παραγωγοί ζητούν την εκρίζωση 3.500 εκταρίων ως αντιστάθμισμα για το κλείσιμο της κινεζικής αγοράς, συνέπεια των εμπορικών αντιπαραθέσεων γύρω από τα ηλεκτρικά οχήματα. Η κυβέρνηση δηλώνει ότι το ζήτημα παραμένει ψηλά στην ατζέντα, με συζητήσεις τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο.
Στο μέτωπο της ρευστότητας, προωθείται νέα νομοθετική ρύθμιση για την επέκταση των εγγυημένων δανείων αναδιάρθρωσης έως το 2026. Ήδη, το 2025, η Banque Publique d’Investissements έχει εγγυηθεί δάνεια ύψους 140 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις για ευνοϊκότερους όρους πρόσβασης.
Μέσα σε αυτό το τοπίο αβεβαιότητας, η γαλλική κυβέρνηση επαναλαμβάνει τη δέσμευσή της στον αμπελοοινικό τομέα. Οι επόμενες εβδομάδες θεωρούνται καθοριστικές: όχι μόνο για την οριστικοποίηση του πακέτου στήριξης, αλλά και για το αν ο γαλλικός αμπελώνας θα καταφέρει να περάσει από τη φάση της άμυνας σε εκείνη της ανασύνταξης, με ορίζοντα το 2026.
























