Το 1957, η διοίκηση της Penfolds έδωσε στον Max Schubert μια ξεκάθαρη εντολή: να σταματήσει την παραγωγή του Grange. Το κρασί που ο οινοποιός είχε οραματιστεί ως τη μεγάλη αυστραλιανή απάντηση στα ερυθρά μακράς παλαίωσης είχε απογοητεύσει εκείνους που έπρεπε να το στηρίξουν. Εκείνος όμως συνέχισε το έργο του στα κρυφά. Σήμερα, η ετικέτα που λίγο έλειψε να εγκαταλειφθεί αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα σύμβολα του αυστραλιανού αμπελώνα.
Πιο συγκεκριμένα, η διαδρομή της Penfolds προς τη διεθνή καταξίωση περνά αναπόφευκτα μέσα από το Grange, τη ναυαρχίδα της με πρωταγωνιστή το Shiraz. Πίσω όμως από το διάσημο κρασί βρίσκεται μια ιστορία που ξεκινά τον 19ο αιώνα και συνδέει την επιμονή μιας γυναίκας, την ανυπακοή ενός οινοποιού και μια διαφορετική αντίληψη για το πώς δημιουργείται ένα μεγάλο χαρμάνι.
Η γυναίκα πίσω από τα πρώτα αμπέλια
Το 1844, ο γιατρός Christopher Penfold και η σύζυγός του, Mary, εγκαταστάθηκαν στο Magill, κοντά στην Αδελαΐδα, και έθεσαν τα θεμέλια της οινοποιίας. Τα πρώτα βήματα συνδέθηκαν με ενισχυμένους οίνους και την τότε διαδεδομένη χρήση του κρασιού ως τονωτικού.
Καθώς ο Christopher αφοσιωνόταν στην ιατρική, η Mary αναλάμβανε όλο και μεγαλύτερο μέρος της οινοποιητικής δραστηριότητας. Αυτοδίδακτη, με προσωπική άποψη για τα χαρμάνια, συμμετείχε ενεργά στη διαμόρφωση των κρασιών. Μετά τον θάνατό του, το 1870, ανέλαβε πλήρως την επιχείρηση, επεκτείνοντας την παραγωγική της βάση. Η συμβολή της ήταν ουσιαστική: η Penfolds απέκτησε συνέχεια και προοπτική πολύ πριν εμφανιστεί η ετικέτα που θα έκανε το όνομά της παγκοσμίως γνωστό.
Ένα ταξίδι στο Μπορντό άλλαξε την πορεία
Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, ο Max Schubert έδωσε στην εταιρεία μια νέα κατεύθυνση. Είχε προσληφθεί το 1930 ως νεαρός υπάλληλος για θελήματα και το 1948 ανέλαβε επικεφαλής οινοποιός.
Μάλιστα, το καθοριστικό ταξίδι έγινε το 1950. Στην Ευρώπη για να μελετήσει οινοποιητικές πρακτικές, γνώρισε στο Μπορντό κρασιά που διατηρούσαν τη ζωντάνια τους έπειτα από πολλά χρόνια. Επέστρεψε με τη φιλοδοξία να δημιουργήσει ένα αυστραλιανό ερυθρό ικανό να εξελίσσεται για τουλάχιστον δύο δεκαετίες.
Το 1951 παρήγαγε το πρώτο πειραματικό Grange, χρησιμοποιώντας Shiraz από το Magill και το Morphett Vale. Το όνομα παρέπεμπε στην κατοικία της οικογένειας Penfold, το Grange Cottage. Η ευρωπαϊκή εμπειρία έδωσε την αφορμή· η αυστραλιανή πρώτη ύλη θα καθόριζε τον χαρακτήρα.
Οι τρεις εσοδείες που έμειναν κρυφές
Η υποδοχή υπήρξε σκληρή. Το πυκνό φρούτο, η έντονη παρουσία της δρυός και ο χαρακτήρας της οινοποίησης δεν έγιναν κατανοητά στις πρώτες αξιολογήσεις. Το 1957 ήρθε η εντολή διακοπής.
Παράλληλα, με τη στήριξη του Jeffrey Penfold-Hyland, ο Schubert συνέχισε στο Magill, παράγοντας κρυφά τις εσοδείες 1957, 1958 και 1959. Χωρίς τον κανονικό προϋπολογισμό, χρησιμοποίησε ήδη χρησιμοποιημένα αμερικανικά δρύινα βαρέλια.
Η δικαίωση ήρθε όταν οι παλαιότερες εσοδείες άρχισαν να δείχνουν την εξέλιξή τους στη φιάλη. Η διοίκηση επανεξέτασε τη στάση της και επέτρεψε την επίσημη επανέναρξη της παραγωγής για τον τρύγο του 1960. Ο χρόνος είχε προσφέρει στο κρασί ακριβώς εκείνο που ο δημιουργός του περίμενε.

Η δύναμη βρισκόταν και στο χαρμάνι
Η ιδιαιτερότητα του Grange βρίσκεται στην ελευθερία επιλογής σταφυλιών από διαφορετικούς αμπελώνες και περιοχές της Νότιας Αυστραλίας. Σκοπός είναι η διατήρηση ενός αναγνωρίσιμου ύφους, με την κάθε εσοδεία να προσφέρει τα δικά της συστατικά.
Εν συνεχεία, το Shiraz αποτελεί τη βάση του, ενώ σε πολλές χρονιές συμμετέχει και Cabernet Sauvignon. Ενδεικτικά, το Grange 2021 συνδύασε 94% Shiraz και 6% Cabernet Sauvignon, με προέλευση από Barossa Valley, McLaren Vale και Clare Valley.
Η ολοκλήρωση μέρους της ζύμωσης σε βαρέλι και η ωρίμαση σε αμερικανική δρυ συμβάλλουν στην ταυτότητά του. Συμπυκνωμένο φρούτο, ώριμες τανίνες και αρωματική πολυπλοκότητα συγκροτούν ένα κρασί σχεδιασμένο να εξελίσσεται. Η ένταση αποκτά σημασία μέσα από την ισορροπία και την αντοχή στον χρόνο.
Από την απόρριψη στη διεθνή αναγνώριση
Το 1962, η εσοδεία 1955 κέρδισε το πρώτο από τα πολυάριθμα χρυσά μετάλλιά της, σηματοδοτώντας την αλλαγή κλίματος. Το 1995, το Grange 1990 κατέκτησε την πρώτη θέση στην ετήσια κατάταξη Top 100 του Wine Spectator, μια σημαντική επιβεβαίωση της διεθνούς του εμβέλειας.
Η καθιέρωση ενισχύθηκε από τη συνέχεια στην οινοποίηση. Τον Schubert διαδέχθηκαν οι Don Ditter, John Duval και, το 2002, ο Peter Gago. Παράλληλα, κρασιά όπως τα Bin 28, St Henri και RWT διεύρυναν τη σχέση της Penfolds με το Shiraz, αναδεικνύοντας διαφορετικές εκφράσεις του.
Εν κατακλείδι, το 2026 συμπληρώνονται 75 χρόνια από το πρώτο Grange. Η θέση του ανάμεσα στα σπουδαία κρασιά της Αυστραλίας στηρίζεται στη διάρκεια, στο διακριτό ύφος και στην αποδεδειγμένη δυνατότητα παλαίωσης. Η ιστορία της κρυφής παραγωγής εξηγεί πώς σώθηκε. Η ποιότητα που ακολούθησε εξηγεί γιατί έμεινε.
























