Από το χώρο γευσιγνωσίας του οινοποιείου «Βαπτιστής», στο ορεινό χωριό Στενή της Τήνου, στα ανατολικά του νησιού της Μεγαλόχαρης, τα ζεστά καλοκαιρινά βράδια η Χώρα της Μυκόνου μοιάζει με φωτεινή… Σειρήνα που λάμπει στο σκοτάδι και σε προσκαλεί να την επισκεφτείς.
Την εντυπωσιακή αυτή θέα, από υψόμετρο 430 μέτρων, με δροσιά και ενίοτε με Πανσέληνο, σπεύδουν, χρόνο με το χρόνο, να απολαύσουν, με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι και από απόσταση… ασφαλείας από το νησί των Ανέμων, ολοένα και περισσότεροι… πιστοί επισκέπτες της Τήνου.
Ιθύνων νους πίσω από το λιτά διακοσμημένο χώρο, με τις κρεμαστές -σαν φαναράκια- πολυθρόνες με τα αναπαυτικά μαξιλάρια, αλλά και τα ξύλινα, μοναστηριακού τύπου, τραπέζια, είναι ο Ιωάννης – Βαπτιστής Μωραΐτης, ο οποίος έχει «στήσει», εδώ και περίπου 15 χρόνια, ένα boutique οινοποιείο, το οποίο το… βάφτισε με το δεύτερο όνομά του.

«Στα χαρτιά αναφέρομαι ως Ιωάννης Βαπτιστής, όπως το Jan Baptist, σε χώρες με Καθολικό θρησκευτικό δόγμα, αλλά πάντα με φώναζαν Γιάννη. Οπότε το Βαπτιστής έγινε brand για το οινοποιείο και τα κρασιά μας», αφηγείται ο ιδιοκτήτης του οινοποιείου «Βαπτιστής».
Τον συναντήσαμε στο χώρο γευσιγνωσίας του οινοποιείου, παρέα με τη θέα της Χώρας της Μυκόνου και μας μίλησε για το παρελθόν, το παρόν, και το μέλλον, όπως το οραματίζεται, της οινοποιητικής του πορείας.
Το επόμενο κεφάλαιο στην ιστορία του 52χρονου, σήμερα, οινοποιού, περιλαμβάνει νέο οινοποιείο και φυτεύσεις, με ντόπιες ποικιλίες, για αυτονομία στην πρώτη ύλη. Το νέο οινοποιείο σχεδιάζεται δίπλα στο υφιστάμενο και ήδη η αδειοδοτική διαδικασία έχει ξεκινήσει, ενώ ως προς την υλοποίηση, ο ορίζοντας είναι στα επόμενα 3-4 χρόνια.
Η επένδυση, όπως εκτιμά μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 2 εκατ. ευρώ, και πρόθεσή του είναι να ενταχθεί σε χρηματοδοτικό πρόγραμμα. «Το μεγαλύτερο βάρος αφορά το κτίριο, καθώς σημαντικός μηχανολογικός εξοπλισμός υπάρχει ήδη, ενώ προβλέπονται επιπλέον τσιμεντένιες δεξαμενές. Η δυνητική δυναμικότητά του δε, θα μπορούσε να αγγίξει τις 100.000 φιάλες», εξηγεί και διευκρινίζει πως σημερινή εγκατάσταση περιορίζεται κοντά στις 30.000 φιάλες, ενώ μέχρι τώρα οι επενδύσεις στο υφιστάμενο οινοποιείο και σε αμπέλια ξεπερνούν το 1 εκατ. ευρώ.

Παράλληλα υλοποιείται πλάνο και για ενίσχυση του αμπελουργικού βραχίονα της επιχείρησης. Στο πλαίσιο αυτό, το 2023 φυτεύτηκαν περίπου 30 στρέμματα ασύρτικου πίσω από τον Φαλατάδο, προς την Κακιά Σκάλα, σε γρανίτη κι άμμο, εκτεθειμένα στο βοριά, ενώ υπάρχουν και άλλα 20 στρέμματα ασύρτικο στη Στενή, σε πηλό και σχιστόλιθο.
«Στον αμπελώνα της Στενής, η χειμωνιάτικη αντάρα έδωσε το όνομά της στην ομώνυμη ετικέτα, ένα μονοποικιλιακό από ασύρτικο», αναφέρει ο κ. Μωραΐτης, ενώ στο νέο βόρειο αμπελώνα, οι συνθήκες είναι λίγο πιο άγριες και η αλμύρα μέσω των μελτεμιών γίνεται αισθητή στις ρόγες.
Κρίσιμο εργαλείο για την ανάπτυξη του αμπελώνα με ντόπιες ποικιλίες είναι οι 25ετείς μισθώσεις μεγάλων κομματιών γης, με φορείς της Καθολικής Εκκλησίας του νησιού. Με την πρώτη συμφωνία, το 2018, για ένα αγρόκτημα 10 στρέμματα στη Στενή, έγινε φύτευση με ασύρτικο το οποίο έδωσε σχεδόν πλήρη παραγωγή το 2025. Ακολούθησε, το 2025, συμφωνία για άλλα περίπου 30 στρέμματα στο μοναστήρι του Αγίου Φραγκίσκου. Εκεί το πλάνο είναι να φυτευτούν είτε το χειμώνα του 2026, είτε στις αρχές του 2027 οι ποικιλίες κουμαριανό, μαύρο ποταμίσι και μαυροτράγανο, με στόχο να έρθουν σε πλήρη απόδοση σε 7 χρόνια.
«Τώρα είναι διπλό το κόστος. Αγοράζω πρώτη ύλη και την ίδια στιγμή χρηματοδοτών αμπελώνες που ακόμη δεν αποδίδουν», περιγράφει ο οινοποιός και σημειώνει ότι με την ωρίμανση των φυτεύσεων προσδοκά μεγαλύτερη συμμετοχή Τηνιακών σταφυλιών και μείωση του κόστους, διατηρώντας τον έλεγχο της παραγωγής.

Στην ίδια στρατηγική εντάσσεται και η αναβίωση 7-8 παραδοσιακών αμπελοτεμαχίων, έκτασης περίπου 40–50 στρεμμάτων, που διαθέτουν προφυλοξηρικά αυτόριζα κλήματα, ηλικίας άνω των 80 ετών από τα οποία παράγεται, ήδη, το μονοποικιλιακό Ποταμίσι. «Με τη φροντίδα που τους κάναμε, τους ξαναδώσαμε ζωή», επισημαίνει χαρακτηριστικά και θυμίζει ότι σύμβουλός του, σε θέματα αμπελουργίας και οινολογίας είναι ο Ηλίας Ρουσάκης.
Σήμερα η γκάμα του οινοποιείου περιλαμβάνει εννέα ετικέτες κρασιού και δύο τσίπουρου. «Ναυαρχίδα» πωλήσεων είναι η «Αντάρα», το μονοποικιλιακό ασύρτικο, με περίπου 5.500 φιάλες, ενώ αντίστοιχο όγκο ξεπερνά το «Βαπτιστής Λευκό», ένα χαρμάνι ασύρτικου, αλλά και μονεβασιάς. Συμπληρώνουν τα «Βαπτιστής Ερυθρό», ροζέ «Αλτάνα», Ποταμίσι, Μαυροτράγανο, Κουμαριανό και Μαστρογιάννη Glyko.
Τα κρασιά του «Βαπτιστή» έχουν καταφέρει να κινούνται σε υψηλές τιμές φιάλης και σε αυτό έχει παίξει καθοριστικό ρόλο το γεγονός πως βιοποριστικά ο ιδιοκτήτης του δεν στηρίζεται στην ενασχόληση με το κρασί -την οποία, ωστόσο αντιμετωπίζει ως μια δραστηριότητα που απαιτεί οικονομική πειθαρχία- με αποτέλεσμα η διαπραγματευτική του ικανότητα να μην κάμπτεται από πιέσεις των δικτύων διανομής.

«Εμένα αυτό είναι το κέφι μου, είναι το χόμπι μου», αναφέρει ο κ. Μωραΐτης, ο οποίος έχει σπουδές στα οικονομικά και επαγγελματική δραστηριότητα στο έτοιμο σκυρόδεμα και θυμίζει πως ασχέτως αν ξεκίνησε το 2010 με την κρίση και έχει εξελιχθεί σε μια σοβαρή επιχείρηση, η ενασχόλησή του με τον αμπελοοινικό τομέα έχει στον πυρήνα της το κέφι και τη χαρά της παρέας.
Άλλωστε η αφετηρία αυτού του ταξιδιού βρίσκεται στα παιδικά καλοκαίρια, όταν από την Αθήνα επισκεπτόταν τους παππούδες στη Στενή και στη Μέση, όπου η οικογένεια διατηρούσε αμπέλια, πατητήρι, βαρέλια και έκανε και απόσταξη.
Ο τζίρος της επιχείρησης παραμένει κάτω από 400.000 ευρώ και οι εξαγωγές αντιπροσωπεύουν το 20%, με παρουσία σε ΗΠΑ και σε ευρωπαϊκές αγορές. Τον μεγαλύτερο όγκο από τις πωλήσεις εντός των συνόρων τον απορροφά η Τήνος, μέσω εστίασης και συνεργασιών διανομής χωρίς αποκλειστικότητα.

























