Η έκθεση EU Agricultural Outlook 2025-2035 αποτυπώνει με σαφήνεια μια δομική μεταβολή στις διατροφικές και κοινωνικές συνήθειες των Ευρωπαίων, με την κατά κεφαλήν κατανάλωση οίνου να εκτιμάται ότι θα μειώνεται κατά 0,9% ετησίως έως το 2035, φτάνοντας περίπου τα 19,3 λίτρα ανά άτομο. Πρόκειται για πτώση σχεδόν 9% σε σύγκριση με τον μέσο όρο της περιόδου 2021-2025.
Ειδικότερα, η τάση αυτή δεν αποδίδεται σε έναν και μόνο παράγοντα. Οι πολιτικές δημόσιας υγείας που προωθούν τη μετριοπαθή κατανάλωση αλκοόλ, η αυξανόμενη ευαισθητοποίηση γύρω από ζητήματα ευεξίας, αλλά και ο εντεινόμενος ανταγωνισμός από εναλλακτικά ποτά από έτοιμα cocktails μέχρι ροφήματα χωρίς αλκοόλ, διαμορφώνουν ένα νέο περιβάλλον για το ευρωπαϊκό κρασί. Ιδιαίτερα καθοριστικός είναι ο ρόλος των νεότερων ηλικιακών ομάδων, οι οποίες καταναλώνουν λιγότερο αλκοόλ σε σχέση με τις προηγούμενες γενιές και εμφανίζουν διαφορετική σχέση με το προϊόν.
Παράλληλα, η μείωση της ποσότητας συνοδεύεται από μετατόπιση προς την ποιότητα. Οι καταναλωτές που παραμένουν ενεργοί στην αγορά του κρασιού τείνουν να επιλέγουν λιγότερες αλλά ακριβότερες και πιο προσεγμένες ετικέτες, ενισχύοντας το premium και super-premium τμήμα της αγοράς. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί νέες ευκαιρίες, αλλά δεν αρκεί για να αντισταθμίσει τη συνολική πτώση των όγκων.
Η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε όλα τα κράτη-μέλη. Χώρες με παραδοσιακά υψηλή κατανάλωση, όπως η Γαλλία και η Γερμανία, καταγράφουν από τις μεγαλύτερες μειώσεις, γεγονός που επηρεάζει δυσανάλογα τη συνολική ευρωπαϊκή στατιστική. Την ίδια στιγμή, τα κρασιά χαμηλής ή μηδενικής περιεκτικότητας σε αλκοόλ εμφανίζουν ανοδική δυναμική, αν και εξακολουθούν να κατέχουν μικρό μερίδιο της αγοράς.
Εν συνεχεία, οι μεταβολές στην κατανάλωση έχουν άμεσο αντίκτυπο και στην παραγωγή. Η Επιτροπή προβλέπει ότι η ευρωπαϊκή οινοπαραγωγή ενδέχεται να μειώνεται κατά 0,5% ετησίως την επόμενη δεκαετία, με την παραγωγή να υποχωρεί στους 138 εκατ. εκατόλιτρους έως το 2035. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη παίζει και η συρρίκνωση των αμπελουργικών εκτάσεων, οι οποίες εκτιμάται ότι θα μειώνονται κατά 0,6% τον χρόνο, εφόσον οι κλιματικές συνθήκες και οι αποδόσεις παραμείνουν σταθερές.
Η συσσώρευση πλεονασμάτων έχει ήδη οδηγήσει αρκετές χώρες σε πολιτικές παρεμβάσεις. Η Γαλλία και η Γερμανία πιέζουν για ευρωπαϊκά προγράμματα εκρίζωσης αμπελώνων, με στόχο την εξισορρόπηση προσφοράς και ζήτησης. Στο ίδιο πλαίσιο, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Συμβούλιο κατέληξαν πρόσφατα σε προκαταρκτική συμφωνία για τη χρηματοδότηση τέτοιων μέτρων μέσω κοινοτικών πόρων.
Στο διεθνές εμπόριο, η εικόνα παραμένει εξίσου πιεστική. Οι εξαγωγές ευρωπαϊκού κρασιού προς βασικές αγορές όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο εμφανίζουν τάσεις κάμψης, με τις συνολικές εξαγωγές της ΕΕ να προβλέπεται ότι θα μειώνονται κατά 0,6% ετησίως έως το 2035. Παρότι αναδυόμενες αγορές σε Λατινική Αμερική και Αφρική δείχνουν αυξημένο ενδιαφέρον, η ζήτηση αυτή δεν επαρκεί για να αντισταθμίσει τις απώλειες των παραδοσιακών προορισμών.
Εν κατακλείδι, όσον αφορά τον ευρωπαϊκό και κατ’ επέκταση τον ελληνικό αμπελοοινικό τομέα, το μήνυμα είναι σαφές: η επόμενη δεκαετία δεν θα κριθεί από την ποσότητα, αλλά από την ικανότητα προσαρμογής σε ένα περιβάλλον μικρότερης κατανάλωσης, αυξημένων απαιτήσεων και μεταβαλλόμενων κοινωνικών προτύπων.
























