Κεντρικό πρόσωπο αυτής της προσπάθειας είναι ο Gonzalo Mazzotta, ένας οινοποιός με πολυετή εμπειρία και έντονη εστίαση στην ποικιλία. Απόφοιτος οινολογίας της Σχολής Don Bosco και με εξειδικεύσεις σε διαφορετικές οινοπαραγωγικές χώρες, ο Mazzotta έχει εργαστεί σε έργα αμπελουργίας και οινοποίησης στην Αργεντινή, την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σήμερα διαχειρίζεται το προσωπικό του εγχείρημα, Mazzotta Wines, ενώ παράλληλα είναι γενικός διευθυντής της Mazzotta Vine Consulting, μιας διεθνούς εταιρείας συμβούλων οίνου με παρουσία άνω των 15 ετών. Για τον ίδιο, το Sangiovese δεν αποτελεί απλώς αντικείμενο επαγγελματικού ενδιαφέροντος αλλά κεντρικό άξονα της οινοποιητικής του φιλοσοφίας.
Πιο συγκεκριμένα, η προσαρμογή της ποικιλίας στην Αργεντινή βασίζεται σε συγκεκριμένα γεωγραφικά και αμπελουργικά πλεονεκτήματα. Οι αμπελώνες στις δυτικές πλαγιές των Άνδεων προσφέρουν υψόμετρο, έντονη ηλιοφάνεια, μεγάλες θερμοκρασιακές διακυμάνσεις και ελεγχόμενη άρδευση, στοιχεία που επιτρέπουν στο Sangiovese να ωριμάζει σταδιακά και με υγιή τρόπο. Παράγοντες όπως η σύσταση των εδαφών, η αμπελουργική διαχείριση και η ακριβής ρύθμιση του νερού διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του τελικού προφίλ του κρασιού.
Παράλληλα, η προσέγγιση του Mazzotta δίνει σαφή προτεραιότητα στον αμπελώνα. Από το κλάδεμα έως το πότισμα, κάθε απόφαση λαμβάνεται με στόχο τη μέγιστη ποιότητα του σταφυλιού. Η συνεχής παρουσία στον αμπελώνα, από το φούσκωμα των οφθαλμών μέχρι τον τρύγο, αποτελεί βασικό στοιχείο της φιλοσοφίας του, ενώ για τα κρασιά μακράς παλαίωσης επιδιώκεται, όπου είναι δυνατόν, η εργασία με αμπέλια ηλικίας άνω των 50 ετών.
Σε επίπεδο αισθητηριακού προφίλ, το Sangiovese στην Αργεντινή αναδεικνύει την ευελιξία της ποικιλίας. Τα νεαρά κρασιά κινούνται από απαλούς ροζ τόνους έως μέτριας έντασης ερυθρά με βιολετί ανταύγειες, οι οποίες με την παλαίωση εξελίσσονται σε κοκκινωπό-πορτοκαλί και κεραμιδί αποχρώσεις. Αρωματικά, το φάσμα περιλαμβάνει κόκκινα και λευκά άνθη, κόκκινα και μαύρα φρούτα και μπαχαρικές νότες, με την ένταση και τη σύνθεση να διαφοροποιούνται ανάλογα με το στυλ και τη διάρκεια παλαίωσης. Στο στόμα, τα κρασιά χαρακτηρίζονται από φρεσκάδα, ισορροπία και κομψότητα, με μεταξένια υφή, ικανοποιητικό όγκο και σταθερή μεσαία επίγευση.

Η ωρίμανση πραγματοποιείται σε γαλλικά δρύινα βαρέλια διαφορετικών μεγεθών, τόσο καινούργια όσο και δεύτερης χρήσης, με έμφαση σε ξύλο χαμηλής τανικής έντασης και ελαφρύ καβούρδισμα. Η επιλογή αυτή στοχεύει στη διατήρηση του πρωτογενούς χαρακτήρα της ποικιλίας, χωρίς υπερβολικές παρεμβάσεις, ενώ η υγιεινή και η ασφάλεια των βαρελιών αποτελούν αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα.
Σε σύγκριση με την ιταλική έκφραση του Sangiovese, και ειδικότερα εκείνη της Τοσκάνης, η αργεντίνικη εκδοχή εμφανίζεται συχνά πιο άμεση και εκφραστική στα πρώτα της χρόνια, χωρίς να στερείται δυναμικού παλαίωσης. Εκεί, όπου το ιταλικό Sangiovese στηρίζεται περισσότερο στη δομή, την οξύτητα και την αυστηρότητα του terroir, η αργεντίνικη ανάγνωση αναδεικνύει την καθαρότητα του φρούτου και τη φυσική ωρίμανση που προσφέρουν οι Άνδεις, διαμορφώνοντας ένα διαφορετικό αλλά εξίσου συνεπές στυλ.
Τέλος, το Sangiovese στην Αργεντινή δεν επιχειρεί να μιμηθεί την Ιταλία. Αντίθετα, διεκδικεί τον δικό του χώρο, είτε ως μονοποικιλιακή εμφιάλωση είτε ως μέρος χαρμανιών. Με τα χαρακτηριστικά της και τη δυναμική της, η ποικιλία φαίνεται έτοιμη να ενισχύσει περαιτέρω την παρουσία της στην αργεντίνικη αγορά, συνοδεύοντας με συνέπεια και ταυτότητα τη στιγμή που ο καταναλωτής επιλέγει να πιει κρασί.
























