Η οριστική επικύρωση της Συμφωνίας της Γενεύης από το ιταλικό κοινοβούλιο, σε συνδυασμό με τη στήριξη της Ρώμης στη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και χωρών της Mercosur, αναδιαμορφώνει το πλαίσιο προστασίας για τα ιταλικά και ευρύτερα ευρωπαϊκά προϊόντα ποιότητας.
Πιο συγκεκριμένα, η Συμφωνία της Γενεύης αποτελεί επικαιροποίηση της Συμφωνίας της Λισαβόνας και υιοθετήθηκε το 2015 υπό την αιγίδα του Παγκόσμιος Οργανισμός Διανοητικής Ιδιοκτησίας. Το βασικό της χαρακτηριστικό είναι ότι επεκτείνει την ίδια ισχυρή νομική προστασία που απολάμβαναν μέχρι σήμερα οι Προστατευόμενες Ονομασίες Προέλευσης και στις Προστατευόμενες Γεωγραφικές Ενδείξεις, καλύπτοντας πλέον και μη συγκρίσιμα προϊόντα αλλά και περιπτώσεις έμμεσης απομίμησης ή καταχρηστικής χρήσης ονομάτων. Παράλληλα, επιτρέπει τη συμμετοχή διακυβερνητικών οργανισμών, ανοίγοντας τον δρόμο για μια πιο συντονισμένη ευρωπαϊκή στρατηγική.
Για την Ιταλία, η επικύρωση έκλεισε μια εκκρεμότητα ετών. Όπως επισημαίνει η Origin Italia, η απόφαση διασφαλίζει την προτεραιότητα των ΠΟΠ που είχαν ήδη κατοχυρωθεί στο παλαιότερο σύστημα και ταυτόχρονα διευρύνει σημαντικά το γεωγραφικό πεδίο προστασίας. Σε μια χώρα με περισσότερες από 850 αναγνωρισμένες Γεωγραφικές Ενδείξεις, το ζήτημα δεν είναι μόνο νομικό αλλά βαθιά οικονομικό: οι ΓΕ αποτελούν έναν από τους βασικούς μοχλούς εξαγωγών και υπεραξίας για τον ιταλικό αγροδιατροφικό τομέα.
Παράλληλα, στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η πολιτική στήριξη της ιταλικής κυβέρνησης στη συμφωνία ΕΕ–Mercosur, η οποία αφορά τη Βραζιλία, την Αργεντινή, την Παραγουάη και την Ουρουγουάη. Η συμφωνία, που για χρόνια παρέμενε παγωμένη λόγω ανησυχιών για τους γεωργικούς ελέγχους και την αμοιβαιότητα των κανόνων, προβλέπει την προστασία 347 ευρωπαϊκών γεωγραφικών ενδείξεων στις αγορές της Νότιας Αμερικής. Από αυτές, 58 είναι ιταλικές, με τις 26 να αφορούν τρόφιμα και αγροδιατροφικά προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Εν συνεχεία, για τους παραγωγούς, το διακύβευμα είναι διπλό: αφενός η πρόσβαση σε αγορές με αυξανόμενη αγοραστική δύναμη, αφετέρου η θεσμική θωράκιση απέναντι σε απομιμήσεις και πρακτικές αθέμιτου ανταγωνισμού, που επί δεκαετίες υπονόμευαν την αξία των ευρωπαϊκών ονομασιών. Σύμφωνα με την Origin Italia, τέτοιες πολυμερείς και διμερείς συμφωνίες αποτελούν πλέον κρίσιμα εργαλεία για τη βιωσιμότητα των εξαγωγών, ιδιαίτερα σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου ασκούνται πιέσεις για αποδυνάμωση του ευρωπαϊκού συστήματος Γεωγραφικών Ενδείξεων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις θέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών υπέρ πιο «γενικών» ονομασιών.
Συνοψίζοντας, οι πρόσφατες εξελίξεις στέλνουν ένα σαφές μήνυμα: η Ευρώπη και ειδικά χώρες με ισχυρή παράδοση όπως η Ιταλία επιλέγουν να υπερασπιστούν ενεργά το μοντέλο ποιότητας και προέλευσης που έχουν οικοδομήσει εδώ και δεκαετίες. Η ενίσχυση της νομικής προστασίας και το άνοιγμα νέων αγορών δεν είναι απλώς τεχνικές ρυθμίσεις· αποτελούν στρατηγικές επιλογές που θα καθορίσουν την πορεία των ευρωπαϊκών αγροδιατροφικών προϊόντων σε έναν ολοένα και πιο ανταγωνιστικό κόσμο.
























