Στις 20 Φεβρουαρίου 2026, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έκρινε ότι ο πρόεδρος δεν είχε την εξουσία να επιβάλει δασμούς βάσει του International Emergency Economic Powers Act, γνωστού ως IEEPA. Η απόφαση αφορούσε ένα ευρύ πλέγμα μέτρων που είχαν ενεργοποιηθεί το 2025, στο πλαίσιο της εμπορικής πολιτικής Τραμπ, και είχαν επηρεάσει μεγάλο αριθμό εισαγόμενων προϊόντων. Ανάμεσά τους βρέθηκαν και κατηγορίες με ιδιαίτερη σημασία για την παγκόσμια αγορά ποτών, όπως τα ευρωπαϊκά κρασιά, τα αποστάγματα και προϊόντα από το Ηνωμένο Βασίλειο.
Για τον κλάδο του κρασιού και των οινοπνευματωδών ποτών, η υπόθεση έχει ιδιαίτερο βάρος, καθώς οι δασμοί είχαν επιβαρύνει μια αγορά ήδη πιεσμένη από την πτώση της κατανάλωσης, το αυξημένο κόστος χρηματοδότησης και την ευαίσθητη ισορροπία των τιμών στο ράφι. Τα ευρωπαϊκά κρασιά και αποστάγματα είχαν βρεθεί αντιμέτωπα με δασμούς που έφτασαν το 15%, ενώ προϊόντα από το Ηνωμένο Βασίλειο, όπως το σκωτσέζικο ουίσκι, είχαν επιβαρυνθεί με δασμό 10%. Οι επιβαρύνσεις αυτές δεν λειτουργούσαν σε κενό αέρος. Περνούσαν μέσα από εισαγωγείς, διανομείς, λιανέμπορους, εστιατόρια και, σε ορισμένες περιπτώσεις, έφταναν έως τον καταναλωτή με τη μορφή υψηλότερης τελικής τιμής.
Μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, το Court of International Trade ανέλαβε να εποπτεύσει τη διαδικασία επιστροφής των ποσών που είχαν καταβληθεί. Η U.S. Customs and Border Protection δημιούργησε την ψηφιακή πλατφόρμα CAPE, μέσω της οποίας εισαγωγείς και εξουσιοδοτημένοι τελωνειακοί πράκτορες μπορούν να υποβάλλουν μαζικά αιτήματα επιστροφής. Η πλατφόρμα ξεκίνησε να δέχεται αιτήσεις στις 20 Απριλίου 2026, ενώ οι πρώτες ηλεκτρονικές επιστροφές αναμένονταν γύρω στις 11 Μαΐου. Το συνολικό ύψος των πιθανών επιστροφών εκτιμάται περίπου στα 166 δισεκατομμύρια δολάρια, ποσό που αφορά περισσότερους από 330.000 εισαγωγείς και περίπου 53 εκατομμύρια τελωνειακές εγγραφές.
Το μέγεθος αυτό εξηγεί γιατί η υπόθεση παρακολουθείται στενά και από τον κλάδο του κρασιού. Εκτιμήσεις που έχουν δημοσιευθεί σε εξειδικευμένα μέσα του διεθνούς εμπορίου ποτών αναφέρουν ότι σχεδόν το 10% του συνολικού ποσού συνδέεται με εταιρείες οίνου και οινοπνευματωδών ποτών. Ακόμη και αν το ακριβές ποσοστό διαφέρει ανάλογα με την τελική επεξεργασία των αιτήσεων, το διακύβευμα παραμένει μεγάλο. Για πολλές εταιρείες, ειδικά μικρότερους εισαγωγείς, οι επιστροφές αυτές μπορεί να αποτελέσουν σημαντική ανάσα ρευστότητας.
Ωστόσο, η επιστροφή των χρημάτων δεν λύνει αυτόματα το εμπορικό πρόβλημα. Στις ΗΠΑ, ο επίσημος παραλήπτης της επιστροφής είναι συνήθως ο importer of record, δηλαδή ο εισαγωγέας που εμφανίζεται στα τελωνειακά έγγραφα ως υπεύθυνος για την εισαγωγή και την πληρωμή των δασμών. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο ίδιος απορρόφησε πάντα ολόκληρη την οικονομική επιβάρυνση. Σε πολλές περιπτώσεις, το κόστος μοιράστηκε άτυπα ή συμβατικά σε περισσότερους κρίκους της αλυσίδας.
Κατά τη διάρκεια εφαρμογής των δασμών, προμηθευτές από το εξωτερικό έδωσαν εκπτώσεις για να διατηρήσουν την ανταγωνιστικότητα των προϊόντων τους. Εισαγωγείς απορρόφησαν μέρος του κόστους για να μην αυξηθούν υπερβολικά οι τιμές. Διανομείς και λιανέμποροι δέχθηκαν μικρότερα περιθώρια κέρδους. Σε άλλες περιπτώσεις χρησιμοποιήθηκαν εμπορικές πιστώσεις, καθυστερήσεις πληρωμών ή προσωρινές συμφωνίες μεταξύ των μερών. Πολλές από αυτές τις λύσεις έγιναν υπό πίεση, χωρίς σαφείς ρήτρες για το τι θα συνέβαινε αν οι δασμοί κρίνονταν αργότερα παράνομοι.
Αυτό ακριβώς δημιουργεί σήμερα το μεγαλύτερο σημείο τριβής. Αν ο εισαγωγέας λάβει την επιστροφή, πρέπει να κρατήσει όλο το ποσό; Πρέπει να επιστρέψει μέρος του στον ευρωπαίο παραγωγό που είχε μειώσει την τιμή του; Πρέπει να υπάρξει αναπροσαρμογή με τον διανομέα που είχε δεχθεί χαμηλότερο περιθώριο; Και τι συμβαίνει όταν το κόστος έχει ήδη περάσει, έστω και μερικώς, στον τελικό καταναλωτή;
Στον αμερικανικό κλάδο αλκοολούχων ποτών, η απάντηση είναι ακόμη πιο δύσκολη λόγω του συστήματος τριών βαθμίδων, που χωρίζει παραγωγούς ή εισαγωγείς, διανομείς και λιανική. Η τιμή ενός κρασιού δεν μετακινείται γραμμικά από το οινοποιείο στο ράφι. Διαμορφώνεται μέσα από συμβάσεις, εκπτώσεις, φόρους, μεταφορικά, περιθώρια και εμπορικές συμφωνίες που συχνά διαφέρουν από πολιτεία σε πολιτεία. Έτσι, η ακριβής ανίχνευση του ποιος πλήρωσε τι μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά περίπλοκη.
Παράλληλα, οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες ενδέχεται να έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα εσωτερικής διαχείρισης αυτών των ποσών, ειδικά όταν ελέγχουν περισσότερα στάδια της αλυσίδας. Αντίθετα, μικρότεροι εισαγωγείς, ανεξάρτητοι διανομείς και εξειδικευμένοι προμηθευτές βρίσκονται μπροστά σε πιο δύσκολες διαπραγματεύσεις. Για αυτούς, το ζήτημα δεν είναι μόνο λογιστικό. Είναι θέμα εμπιστοσύνης, συμβατικής συνέχειας και μελλοντικής συνεργασίας.
Την ίδια ώρα, η διαδικασία δεν είναι απαλλαγμένη από νέα νομική αβεβαιότητα. Μέχρι τις αρχές Ιουνίου, η αμερικανική κυβέρνηση είχε ήδη κινηθεί για να αμφισβητήσει το εύρος των καθολικών επιστροφών, ιδίως σε περιπτώσεις τελωνειακών εγγραφών που έχουν οριστικοποιηθεί και για τις οποίες οι εισαγωγείς δεν έχουν προσφύγει ατομικά στο Court of International Trade. Αυτό σημαίνει ότι ένα μέρος των επιστροφών προχωρά, ενώ ένα άλλο μπορεί να εμπλακεί σε νέο κύκλο προσφυγών και καθυστερήσεων.
Για τους καταναλωτές, η πιθανότητα άμεσης επιστροφής χρημάτων παραμένει χαμηλή. Οι δασμοί δεν εμφανίστηκαν συνήθως ως ξεχωριστή χρέωση στην απόδειξη αγοράς ενός μπουκαλιού. Ενσωματώθηκαν σταδιακά στις τιμές χονδρικής και λιανικής, συχνά μαζί με άλλες μεταβολές κόστους. Γι’ αυτό και είναι δύσκολο να αποδειχθεί με ακρίβεια πόσο πλήρωσε τελικά ο καταναλωτής λόγω του δασμού και πόσο λόγω άλλων παραγόντων της αγοράς.
Η υπόθεση δείχνει με καθαρό τρόπο πόσο ευάλωτη είναι η διεθνής αγορά κρασιού στις αιφνίδιες αλλαγές εμπορικής πολιτικής. Ένας δασμός που επιβάλλεται για λίγους μήνες μπορεί να αναδιατάξει τιμοκαταλόγους, συμβόλαια, παραγγελίες και σχέσεις ετών. Ακόμη και όταν ακυρώνεται δικαστικά, το κόστος που έχει αφήσει πίσω του δεν εξαφανίζεται εύκολα.
Συνοψίζοντας, όσον αφορά το ευρωπαϊκό κρασί και τα αποστάγματα, οι επιστροφές στις ΗΠΑ αποτελούν αναμφίβολα μια θετική εξέλιξη σε επίπεδο ρευστότητας. Δεν αποτελούν όμως ακόμη επιστροφή στην κανονικότητα. Η πραγματική μάχη μεταφέρεται τώρα από την αίθουσα του δικαστηρίου στα συμβόλαια, στα τιμολόγια και στις εμπορικές σχέσεις. Και εκεί, η ερώτηση δεν είναι μόνο ποιος πλήρωσε τον δασμό. Είναι ποιος μπορεί να αποδείξει ότι τον πλήρωσε.
























