Η Βουργουνδία δοκιμάζει συστηματικά την αγροδασοπονία στην αμπελουργία, μέσα από το πρόγραμμα VITAF, μια πρωτοβουλία που επιδιώκει να μετρήσει με ακρίβεια αν η παρουσία δέντρων μέσα ή γύρω από τους αμπελώνες μπορεί να βοηθήσει τα φυτά να αντέχουν καλύτερα τον παγετό, τη ζέστη, την ξηρασία και τις απότομες μεταβολές του καιρού.
Πιο συγκεκριμένα, το VITAF, από τις λέξεις Viticulture AgroForesterie, δεν αντιμετωπίζει την αγροδασοπονία ως μια απλή αισθητική ή περιβαλλοντική παρέμβαση. Πρόκειται για ένα οργανωμένο ερευνητικό πρόγραμμα, με πειραματικά αγροτεμάχια, αισθητήρες, παρακολούθηση αμπελιών, συμμετοχή παραγωγών και εκπαιδευτικό χαρακτήρα. Η ιδέα γεννήθηκε μέσα από τοπικές διαδικασίες στο Mâconnais Sud Bourgogne την περίοδο 2020–2022, ενώ μετά τη φάση «ανάδυσης» του 2022, το πρόγραμμα μπήκε από το 2024 σε τριετή φάση ανάπτυξης για να συγκεντρώσει δεδομένα ειδικά προσαρμοσμένα στις συνθήκες της Βουργουνδίας.
Η σημασία του εγχειρήματος είναι μεγάλη, γιατί η ίδια η Βουργουνδία βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με κλιματικές πιέσεις που πριν από μερικές δεκαετίες θα θεωρούνταν ακραίες. Ο παγετός, οι καύσωνες, η ξηρασία, το χαλάζι, οι πρώιμοι τρύγοι και η εξασθένηση των φυτών έχουν ήδη επηρεάσει διαδοχικές χρονιές, ενώ ο Vinipôle Sud Bourgogne επισημαίνει ότι η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή αποτελεί πλέον κεντρικό ζήτημα για την αμπελουργία της περιοχής.
Το κρίσιμο ερώτημα που επιχειρεί να απαντήσει το VITAF είναι απλό στη διατύπωση αλλά σύνθετο στην πράξη: μπορούν τα δέντρα να αλλάξουν το μικροκλίμα του αμπελώνα με τρόπο ωφέλιμο για την άμπελο; Οι ερευνητές μετρούν διαφορές στη θερμοκρασία, στην υγρασία, στη διαθεσιμότητα νερού, στη δυναμική του άνθρακα και του αζώτου, στη μικροβιολογία του εδάφους, στην πίεση από ασθένειες και παράσιτα, καθώς και στην ποιότητα και την ποσότητα της παραγωγής.
Παράλληλα, το πρόγραμμα βασίζεται σε τρία επίπεδα δράσης: πειραματικές φυτεύσεις σε πιλοτικές εκτάσεις, δίκτυο παρακολούθησης σε αμπελώνες παραγωγών και μεταφορά γνώσης προς επαγγελματίες και σπουδαστές. Η επίσημη σελίδα του VITAF αναφέρει ότι το δίκτυο περιλαμβάνει 30 οινοπαραγωγικές εκμεταλλεύσεις και 47 παρακολουθούμενα αγροτεμάχια, ενώ παράλληλα λειτουργούν πιλοτικές εκτάσεις με πιο αναλυτικά πρωτόκολλα.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία της δοκιμής βρίσκεται στο Davayé, στην περιοχή Saône-et-Loire, σε γη του Agro Bio Campus Davayé και εντός της ζώνης Saint-Véran. Η πειραματική έκταση των Thorins έχει φυτευτεί με αμπέλια και δέντρα και εγκαινιάστηκε επίσημα στις 22 Μαΐου 2026, με στόχο να λειτουργήσει τόσο ως τεχνικό πεδίο παρακολούθησης όσο και ως εκπαιδευτικό εργαλείο για τους σπουδαστές αμπελουργίας και οινολογίας.
Η συγκεκριμένη έκταση στο Davayé παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς βρίσκεται σε βιολογική καλλιέργεια, εντός της ονομασίας Saint-Véran, με νοτιοδυτικό προσανατολισμό, κλίση 20% και βαθύ αργιλοπηλώδες έως αμμώδες έδαφος. Στο Lugny, η πιλοτική έκταση Saint Pierre βρίσκεται στην ονομασία Mâcon-Lugny και παρακολουθείται από τη Chambre d’agriculture de Saône-et-Loire. Μια άλλη αρχική έκταση, το Sur Laveau, εγκαταλείφθηκε λόγω ίωσης στη μητρική άμπελο, γεγονός που δείχνει και την πρακτική δυσκολία τέτοιων πολυετών δοκιμών σε πραγματικές συνθήκες αμπελώνα.
Η αγροδασοπονία δεν υπόσχεται μαγικές λύσεις. Τα δέντρα μπορεί να δημιουργήσουν σκίαση, να μετριάσουν τις ακραίες θερμοκρασίες, να βελτιώσουν τη βιοποικιλότητα και να ενισχύσουν τη ζωή του εδάφους, όμως μπορούν επίσης να δημιουργήσουν ανταγωνισμό με την άμπελο για νερό και θρεπτικά στοιχεία, ειδικά σε χρόνια ξηρασίας. Γι’ αυτό και το πρόγραμμα δεν στηρίζεται σε γενικές εκτιμήσεις από θερμότερες ή μεσογειακές περιοχές, αλλά επιδιώκει να συγκεντρώσει τοπικά δεδομένα για αμπελώνες βόρειου τύπου και στενές φυτεύσεις, όπως αυτές που χαρακτηρίζουν πολλές βουργουνδικές ονομασίες.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το οικονομικό σκέλος. Το VITAF δεν εξετάζει μόνο αν τα δέντρα κάνουν καλό στη θεωρία, αλλά και αν το μοντέλο μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη από τους αμπελουργούς. Στα δεδομένα που συλλέγονται περιλαμβάνονται ο χρόνος εγκατάστασης, το κόστος, οι δυσκολίες, οι κανονιστικοί περιορισμοί και η διαχείριση των φυτεύσεων μετά την εγκατάσταση. Σύμφωνα με το EU CAP Network, η κύρια φάση του έργου έχει συνολική συνεισφορά 309.039,48 ευρώ, ενώ η προηγούμενη φάση ανάδυσης είχε προϋπολογισμό 102.414,99 ευρώ, ανεβάζοντας συνολικά τη δημόσια στήριξη πάνω από τις 400.000 ευρώ.
Εν συνεχεία, το πρόγραμμα συνδέει ερευνητικούς φορείς, γεωργικά επιμελητήρια, τεχνικούς οργανισμούς, περιβαλλοντικές δομές, επαγγελματίες της αμπελουργίας και εκπαιδευτικά ιδρύματα. Μεταξύ των συμμετεχόντων βρίσκονται το Agro Bio Campus Davayé, το Vinipôle Sud Bourgogne, γεωργικά επιμελητήρια, η Bio Bourgogne-Franche-Comté, η Alterre Bourgogne-Franche-Comté και το Πανεπιστήμιο της Βουργουνδίας, το οποίο έχει ρόλο στην ερμηνεία των δεδομένων.
Για τους φοιτητές, το VITAF λειτουργεί ως ζωντανό εργαστήριο. Δεν παρακολουθούν απλώς θεωρητικά ένα μοντέλο προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή, αλλά συμμετέχουν στην εγκατάσταση, στην παρατήρηση, στη συλλογή δεδομένων και στην κατανόηση των οικολογικών αλλαγών που προκαλεί η συμβίωση αμπέλου και δέντρων. Σε μια εποχή που η αμπελουργία καλείται να ξανασκεφτεί τις βεβαιότητές της, η εκπαίδευση της επόμενης γενιάς αμπελουργών αποκτά σχεδόν την ίδια βαρύτητα με την ίδια την έρευνα.
Τα πρώτα ολοκληρωμένα συμπεράσματα αναμένονται μέσα στα επόμενα χρόνια, με το 2027 να λειτουργεί ως βασικός χρονικός ορίζοντας αξιολόγησης. Μέχρι τότε, η Βουργουνδία επιχειρεί κάτι που ξεπερνά τα όρια ενός περιφερειακού πειράματος. Δοκιμάζει αν ο αμπελώνας του μέλλοντος μπορεί να γίνει πιο ανθεκτικός όχι απομακρυνόμενος από τη φύση, αλλά επιστρέφοντας σε μια πιο σύνθετη σχέση μαζί της. Και σε μια περιοχή όπου κάθε μέτρο γης κουβαλά ιστορία, το να φυτεύεις δέντρα ανάμεσα στα αμπέλια δεν είναι απλώς τεχνική επιλογή. Είναι μια δήλωση για το πώς μπορεί να συνεχιστεί η αμπελουργία σε έναν κόσμο που αλλάζει γρηγορότερα από όσο ωριμάζει ένα αμπέλι.
























