Οι μεταλλικές κατασκευές υψώνονται περίπου 5 μέτρα πάνω από το έδαφος και λειτουργούν σαν κινούμενα ηλιακά στόρια, τα οποία μπορούν να ρυθμίζονται εξ αποστάσεως ανάλογα με τις ανάγκες του αμπελιού. Στόχος δεν είναι απλώς η σκίαση, αλλά η δημιουργία ενός πιο ελεγχόμενου μικροκλίματος, ικανού να περιορίσει τις επιπτώσεις από τον καύσωνα, τον παγετό και το χαλάζι. Το έργο έχει εγκατεστημένη ισχύ περίπου 3,5 MWc, δηλαδή 3,5 μεγαβάτ κορυφής, όρος που αναφέρεται στη μέγιστη ισχύ μιας φωτοβολταϊκής εγκατάστασης υπό συγκεκριμένες συνθήκες αναφοράς.
Ειδικότερα, η επιλογή της ποικιλίας Ugni Blanc δεν είναι τυχαία. Πρόκειται για μια ποικιλία στενά δεμένη με την ευρύτερη περιοχή του Cognac, αλλά στο συγκεκριμένο μοντέλο η παραγωγή προορίζεται για κρασιά χωρίς γεωγραφική ένδειξη, καθώς το κανονιστικό πλαίσιο δεν επιτρέπει ακόμη την ένταξη τέτοιων αμπελώνων σε πιο προστατευμένα σχήματα παραγωγής. Αυτό είναι και το βασικό εμπόδιο για την ευρύτερη εφαρμογή της τεχνολογίας, αφού το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο τεχνικό ή οικονομικό, αλλά και θεσμικό.
Για τον David Moreau, το διακύβευμα είναι απολύτως πρακτικό. Όπως εξηγεί, κάθε χρόνο χάνει περίπου 5% έως 10% της παραγωγής του από το ηλιακό έγκαυμα των σταφυλιών, το φαινόμενο που στη Γαλλία είναι γνωστό ως échaudage. Σε περιπτώσεις χαλαζιού, εκτιμά ότι η οριζόντια θέση των πάνελ μπορεί να προστατεύσει μεγάλο μέρος των αμπελιών, ενώ σε συνθήκες παγετού η διαφορά θερμοκρασίας κάτω από τις ομπριέρες μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική. Με άλλα λόγια, τα πάνελ δεν αντιμετωπίζονται μόνο ως ενεργειακή υποδομή, αλλά ως εργαλείο άμυνας για έναν αμπελώνα που εκτίθεται όλο και περισσότερο σε ακραία καιρικά επεισόδια.
Παράλληλα, το οικονομικό μοντέλο βασίζεται σε μίσθωση του εναέριου χώρου πάνω από το αμπέλι. Ο παραγωγός παραμένει ιδιοκτήτης της γης και των πρέμνων, ενώ η Sun’Agri διαχειρίζεται την ενεργειακή εγκατάσταση. Σύμφωνα με τα στοιχεία του έργου, ο αμπελουργός θα λαμβάνει μίσθωμα περίπου 60 ευρώ τον μήνα, ενώ το κόστος τέτοιων υποδομών εκτιμάται κοντά στο 1 εκατομμύριο ευρώ ανά εκτάριο, με προβλεπόμενη διάρκεια ζωής περίπου 30 ετών.
Η περίπτωση της Charente-Maritime εντάσσεται σε μια μεγαλύτερη συζήτηση που έχει ανοίξει στη Γαλλία γύρω από τον αγροβολταϊσμό. Το γαλλικό θεσμικό πλαίσιο ορίζει ότι μια αγροβολταϊκή εγκατάσταση πρέπει να συμβάλλει ουσιαστικά στη διατήρηση ή την ανάπτυξη της αγροτικής παραγωγής και όχι να την υποκαθιστά. Μεταξύ των υπηρεσιών που αναγνωρίζονται είναι η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και η προστασία από φυσικούς κινδύνους, στοιχεία που βρίσκονται ακριβώς στον πυρήνα του συγκεκριμένου εγχειρήματος.
Η Sun’Agri αναφέρει ότι διαθέτει ήδη δεκάδες εγκαταστάσεις σε λειτουργία ή υπό κατασκευή, κυρίως στη νότια Γαλλία, ενώ στη Νέα Ακουιτανία αναπτύσσονται επτά έργα συνολικής ισχύος 46,8 MWc. Παράλληλα, εξετάζεται ακόμη ένα πάρκο 12 MWc στη Charente-Maritime και δύο επιπλέον έργα στο Charente.
Εν κατακλείδι, το ερώτημα, πλέον, είναι αν τέτοιες λύσεις μπορούν να περάσουν από το στάδιο της τεχνολογικής επίδειξης σε μια κανονική πρακτική του αμπελώνα. Για τους υποστηρικτές τους, οι φωτοβολταϊκές ομπριέρες προσφέρουν ένα νέο εργαλείο απέναντι στην αστάθεια του κλίματος. Για τους πιο επιφυλακτικούς, μένει να αποδειχθεί ότι η ενέργεια δεν θα επισκιάσει την ίδια την αμπελουργία. Στη Charente-Maritime, πάντως, η δοκιμή έχει ήδη αρχίσει και το αμπέλι καλείται να δείξει αν μπορεί να συμβιώσει με μια νέα, μεταλλική σκιά πάνω από τις γραμμές του.
























