Η απόφαση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η γαλλική αγορά κρασιού δοκιμάζεται από τη σταθερή υποχώρηση της κατανάλωσης, αλλά και από ασθενέστερες εξαγωγικές επιδόσεις. Η ίδια η ευρωπαϊκή τεκμηρίωση για το μέτρο αναφέρει ότι τα μεγαλύτερα προβλήματα εντοπίζονται στα κόκκινα και τα ροζέ, όπου τα αποθέματα έχουν διογκωθεί και οι τιμές πιέζονται. Παράλληλα, οι γαλλικές εξαγωγές οίνου και αποσταγμάτων υποχώρησαν το 2025 στο χαμηλότερο επίπεδο όγκου εδώ και τουλάχιστον 25 χρόνια, στοιχείο που εξηγεί γιατί Παρίσι και Βρυξέλλες επιλέγουν ξανά παρέμβαση έκτακτου χαρακτήρα.
Ειδικότερα, το σχήμα θα αφορά αποκλειστικά κόκκινους και ροζέ οίνους που παραδίδονται χύμα, με ελάχιστη ποσότητα τα 30 εκατόλιτρα ανά φορέα. Η ενίσχυση ορίζεται στα 30 ευρώ ανά εκατόλιτρο για τον κάτοχο του οίνου και στα 3 ευρώ ανά εκατόλιτρο για τον αποσταγματοποιό, ενώ δικαιούχοι μπορούν να είναι παραγωγοί, συνεταιρισμοί, οργανώσεις παραγωγών και έμποροι που συνεργάζονται με πιστοποιημένους αποσταγματοποιούς. Οι αιτήσεις άνοιξαν στις 20 Απριλίου και θα παραμείνουν διαθέσιμες έως τις 12 Μαΐου, με στόχο οι σχετικές διαδικασίες να έχουν ολοκληρωθεί εντός του 2026. Η χρηματοδότηση προέρχεται από το ευρωπαϊκό γεωργικό αποθεματικό κρίσης, παρότι το μέτρο εφαρμόζεται από τη γαλλική πλευρά ως μέρος της εθνικής διαχείρισης της κρίσης.
Δεν πρόκειται, πάντως, για μεμονωμένη παρέμβαση. Το 2023 και το 2024 η Γαλλία είχε ήδη διαθέσει συνολικά 200 εκατ. ευρώ για την απόσταξη 4,4 εκατ. εκατόλιτρων κόκκινων και ροζέ οίνων, ενώ στην περίοδο της πανδημίας, το 2020, είχαν κινητοποιηθεί ακόμη 250 εκατ. ευρώ για την απόσταξη 2,6 εκατ. εκατόλιτρων. Η επανάληψη του ίδιου εργαλείου δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι απλώς συγκυριακό, αλλά έχει πλέον πιο βαθιά, διαρθρωτικά χαρακτηριστικά.
Συνοψίζοντας, η απόσταξη κρίσης εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σχέδιο αναδιάρθρωσης του γαλλικού αμπελώνα. Παράλληλα με την απόσυρση των πλεονασματικών ποσοτήτων από την αγορά, η Γαλλία στηρίζει και την οριστική εκρίζωση αμπελώνων με κονδύλι 130 εκατ. ευρώ, πρόγραμμα που είχε σχεδιαστεί ώστε να καλύψει έως 32.500 εκτάρια. Με άλλα λόγια, η γαλλική πολιτεία και η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν επιχειρούν μόνο να διαχειριστούν την τρέχουσα υπερπροσφορά, αλλά να προσαρμόσουν συνολικά το παραγωγικό δυναμικό σε μια αγορά που αλλάζει γρηγορότερα απ’ όσο αλλάζει ο ίδιος ο αμπελώνας.
























