Connect with us

Αναζήτηση

REPORTS

Gerard Bertrand: Η ανάδειξη των επιμέρους terroirs λύνει τη γλώσσα του κρασιού

«Γερνάς όταν δεν έχεις σχέδια. Εγώ έχω πολλά. Αυτός είναι ο τρόπος μου». Αυτή η φράση που συμπυκνώνει τη θεώρηση του Gerard Bertrand για τη ζωή, είναι ίσως και η βάση πάνω στην οποία χτίστηκε μεθοδικά τα τελευταία 40 χρόνια, ένα από τα πιο ξεχωριστά brands στο παγκόσμιο οινικό στερέωμα.

Gerard Bertrand: Η ανάδειξη των επιμέρους terroirs λύνει τη γλώσσα του κρασιού

Αφορμή για τη γνωριμία μας, η παρουσία του, ως τιμώμενο πρόσωπο, το βράδυ της περασμένης Τετάρτης 25 Φεβρουαρίου, στην εκδήλωση που διοργάνωσε η ΔΥΝΑΜΙΚΗ (Δίκτυο Διανομής Οίνων και Ποτών) στην αίθουσα Tudor Hall του King George, με αφορμή την έναρξη της συνεργασίας για τη διάθεση των κρασιών του Γάλλου οινοποιού στην ελληνική αγορά.

Όπως έγραψα από την πρώτη στιγμή, με ανάρτησή μου στο Linkedin είναι πολύ μεγάλη υπόθεση να βρεθείς για λίγες ώρες με τον Gerard Bertrand, να αφουγκραστείς το μύθο του, να απολαύσεις τη γοητεία του και να γευθείς τα βελούδινα κρασιά του. Πρόκειται για μία από τις πιο αναγνωρίσιμες φυσιογνωμίες του σύγχρονου γαλλικού κρασιού, θιασώτης της βιοδυναμικής αμπελουργίας και ιδιαίτερα συνδεδεμένος με την αναγέννηση και τη διεθνή προβολή του Languedoc-Roussillon.

Ο Gérard Bertrand κλήθηκε να αναλάβει την οικογενειακή αμπελουργική δραστηριότητα το 1989 κάτω από ιδιαίτερα δραματικές και απαιτητικές συνθήκες. Τη χρονιά εκείνη, ο πατέρας του, Georges Bertrand, πέθανε αιφνίδια σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Ο Gérard ήταν μόλις 22 ετών.

Μέχρι τότε, ο ίδιος συνδύαζε τις σπουδές του με μια πολλά υποσχόμενη καριέρα στο ράγκμπι (ήταν παίκτης της RC Narbonne). Είχε πάντως βιώσει από παιδί τη φιλοσοφία του πατέρα του γύρω από την ποιότητα, το terroir και τη δυναμική του Languedoc. Ωστόσο, η ευθύνη της πλήρους διαχείρισης του κτήματος – με βασικό πυρήνα το οικογενειακό Château de Villemajou στην περιοχή Corbières – ήρθε απρόσμενα και πρόωρα.

Η περίοδος εκείνη ήταν κρίσιμη και για την ίδια την περιοχή του Languedoc, που προσπαθούσε να μεταβεί από μαζική παραγωγή σε πιο ποιοτική, εξαγωγική κατεύθυνση. Ο νεαρός Bertrand βρέθηκε λοιπόν αντιμέτωπος όχι μόνο με τη διαχείριση μιας οικογενειακής επιχείρησης μετά από προσωπική απώλεια, αλλά και με μια συνολική αναδιάρθρωση της τοπικής οινικής ταυτότητας.

Ξεφυλλίστε και κατεβάστε σε υψηλή ανάλυση το Wine Trails Φεβρουαρίου-Μαρτίου 2026

Αντί να διατηρήσει απλώς το status quo, επέλεξε να επενδύσει στη διαφοροποίηση, στην ανάδειξη των επιμέρους terroirs του Languedoc και  αργότερα στη βιοδυναμική καλλιέργεια, η οποία έγινε κεντρικός άξονας της στρατηγικής του.

Σήμερα διαχειρίζεται 17 κτήματα στον γαλλικό Νότο, όλα πιστοποιημένα βιοδυναμικά από τη Demeter. Η μετάβαση ξεκίνησε το 2002 και έγινε σταδιακά. «Δεν χρησιμοποιούμε χημικά προϊόντα. Δεν χρησιμοποιούμε τεχνητά λιπάσματα ή φυτοφάρμακα. Χρησιμοποιούμε μόνο φυσικά σκευάσματα. Για μένα είναι σημαντικό να συνδέεις τη Γη με το σύμπαν». Στο πλαίσιο αυτό αναφέρεται και σε μελέτη του γαλλικού ερευνητικού ινστιτούτου INRAE, σύμφωνα με την οποία στη συμβατική γεωργία καταγράφονται περίπου 1.400 μικροβιακές αλληλεπιδράσεις στο έδαφος, στη βιολογική περίπου 1.900, ενώ στη βιοδυναμική ο αριθμός αυξάνεται δραστικά και όπως λέει, «περισσότερη ζωή στο έδαφος σημαίνει καθαρότερη έκφραση του terroir.»

Η στρατηγική του δεν ήταν αμυντική, ήταν μάλλον επεκτατική και οραματική.

Έτσι, από τέσσερα άτομα το 1987, όταν ανέλαβε επίσημα στα 22 του, ο οργανισμός αριθμεί σήμερα περίπου 500 εργαζομένους και εξάγει σε 175 χώρες.

Στη δεκαετία του ’90 άρχισε η σταδιακή εξαγορά και ενσωμάτωση κτημάτων σε διαφορετικά terroirs του Languedoc, με στόχο όχι απλώς την αύξηση όγκου αλλά τη χαρτογράφηση ποιοτικών ζωνών. Σημαντικός σταθμός υπήρξε το Château l’Hospitalet κοντά στη Narbonne, που αποτέλεσε εμπορικό και οινοτουριστικό κέντρο του ομίλου.

Τη δεκαετία του 2000 η ανάπτυξη επιταχύνεται. Δημιουργείται ένα χαρτοφυλάκιο κτημάτων σε Minervois, La Clape, Fitou, Limoux και άλλες ονομασίες. Εμβληματικό project θεωρείται το Clos d’Ora, ένα «ultra-premium» βιοδυναμικό κτήμα στη Minervois La Livinière, που λειτούργησε ως συμβολική δήλωση για το νέο positioning του Languedoc στην παγκόσμια αγορά.

Παράλληλα, ο Bertrand επένδυσε συστηματικά στη βιολογική και κυρίως στη βιοδυναμική καλλιέργεια. Σήμερα, το σύνολο σχεδόν των ιδιόκτητων αμπελώνων του είναι πιστοποιημένο βιοδυναμικό, κάτι που τον κατατάσσει στους μεγαλύτερους βιοδυναμικούς παραγωγούς παγκοσμίως. Αυτή η επιλογή δεν ήταν μόνο αγρονομική· ήταν εμπορική και αφηγηματική. Συνέδεσε το brand του με τη βιωσιμότητα, την αυθεντικότητα και το μεσογειακό lifestyle.

Σε επίπεδο μεγεθών, ο όμιλος έχει φτάσει να διαχειρίζεται εκατοντάδες εκτάρια ιδιόκτητων αμπελώνων και να συνεργάζεται με δίκτυο παραγωγών, ενώ εξάγει σε 175 χώρες, με ιδιαίτερη βαρύτητα στις ΗΠΑ και τη Βόρεια Ευρώπη. Το μοντέλο του συνδυάζει:

  • premium ετικέτες υψηλής τιμής,
  • “accessible premium” σειρές για διεθνή retail,
  • ισχυρή παρουσία στον οινοτουρισμό,
  • και έντονη προσωπική ταύτιση του brand με τον ίδιο.

Αν το δούμε επιχειρηματικά, ο Gérard Bertrand μετέτρεψε μια οικογενειακή κληρονομιά σε πολυεπίπεδο οινικό όμιλο και ταυτόχρονα σε «πλατφόρμα προβολής» ολόκληρου του Languedoc.

«Όταν φυτεύεις αμπέλι, δεν σκέφτεσαι τα επόμενα τρία χρόνια. Επενδύεις για 20 ή 30 χρόνια. Προετοιμάζεις το μέλλον», τονίζει ο Gerard Bertrand, απευθυνόμενος στο επιλεγμένο κοινό του, το βράδυ της 25ης Φεβρουαρίου στην Αθήνα.

Ειδικά για τη μεταμόρφωση του Langeuedoc από μια περιοχή με κρασιά μαζικής παραγωγής σε μια από τις κορυφαίες οινικές ζώνες του κόσμου, αυτό που έχει να πει είναι ότι «για κάθε περιοχή, η δουλειά ξεκινάει από πάνω προς τα κάτω. Πρώτα θα δεις το μεγάλο κρασί που μπορείς να φτιάξεις».

Χαρακτηριστική περίπτωση το Clos du Temple ένα από τα κρασιά που φτιάχνει σε συνεργασία με τον διακεκριμένο Έλληνα οινολόγο και σύμβουλο εκατοντάδων οινικών projects στη Γαλλία, την Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο, Κυριάκο Κυνηγόπουλο. Το Clos du Temple αναδείχθηκε πέντε συνεχόμενες φορές ως το καλύτερο ροζέ στον κόσμο.

Για τη ζωή γενικότερα, τονίζει τη σημασία της αρμονίας. Μιλά για τη σημασία του να ζει κανείς με πάθος αλλά και με επίγνωση, να δημιουργεί κάτι που διαρκεί στον χρόνο και να αφήνει θετικό αποτύπωμα. Έχει εκφράσει την άποψη ότι η επιτυχία δεν μετριέται μόνο σε πωλήσεις ή βραβεία, αλλά στο κατά πόσο παραμένεις πιστός στις αξίες σου. Για εκείνον, το κρασί είναι τρόπος επικοινωνίας· είναι μια γλώσσα πολιτισμού που ενώνει ανθρώπους, τόπους και στιγμές.

Συνολικά, ο λόγος του συνδυάζει πρακτικότητα και ιδεαλισμό. Βλέπει την οινοποίηση ως πράξη ευθύνης απέναντι στη φύση, την κοινωνία και τις επόμενες γενιές, αλλά ταυτόχρονα ως καθημερινή άσκηση πειθαρχίας, μάθησης και διαρκούς εξέλιξης.

Ο Gérard Bertrand έχει μιλήσει πολλές φορές για τη δουλειά του όχι απλώς ως επάγγελμα, αλλά ως αποστολή ζωής. Περιγράφει τον εαυτό του πρώτα ως «αγρότη» και μετά ως επιχειρηματία, τονίζοντας ότι η ουσία του κρασιού βρίσκεται στη γη και στον σεβασμό προς αυτήν. Για εκείνον, το κρασί δεν είναι προϊόν τεχνολογίας αλλά αποτέλεσμα σχέσης — μιας βαθιάς, σχεδόν πνευματικής σύνδεσης με το terroir.

Συχνά αναφέρεται στην επιρροή του πατέρα του, ο οποίος του δίδαξε ότι η αμπελουργία απαιτεί πειθαρχία, ταπεινότητα και υπομονή. Αυτές τις αρχές τις μετέφερε και από την εμπειρία του στο ράγκμπι. Η ομαδικότητα, η επιμονή και η αντοχή στις δυσκολίες είναι, όπως λέει, εξίσου σημαντικές στον αμπελώνα όσο και στο γήπεδο. Θεωρεί ότι ο οινοποιός πρέπει να «ακούει» τη φύση και να προσαρμόζεται σε αυτήν, όχι να προσπαθεί να την ελέγξει.

Η στροφή του προς τη βιοδυναμική καλλιέργεια δεν ήταν, όπως έχει εξηγήσει, μια απλή εμπορική επιλογή αλλά μια συνειδητή φιλοσοφική στάση. Πιστεύει ότι η γη είναι ένας ζωντανός οργανισμός και ότι η ισορροπία του οικοσυστήματος αντικατοπτρίζεται άμεσα στην ποιότητα του κρασιού. Έχει πει ότι ο ρόλος του οινοποιού είναι να μεταφράζει την ενέργεια του τόπου σε γεύση και συναίσθημα μέσα στο ποτήρι.

«Το κρασί είναι γλώσσα, η γλώσσα των θεών. Είναι ένα πνευματικό ποτό που συνδέει γαστρονομία, πολιτισμό, τέχνη και φιλοσοφία». Τονίζει. «Στη δική μου φιλοσοφία, ο κόσμος του κρασιού είναι κάτι μοναδικό παγκοσμίως, για πολλούς λόγους. Πρώτα απ’ όλα γιατί παράγουμε κρασί εδώ και 8.000 χρόνια. Αν θέλουμε να παραμείνουμε κοινότητα ανθρώπων, το κρασί είναι κρίσιμο στοιχείο».

Όσο για τη σχέση του με την Ελλάδα, «αν δεν ήμουν Γάλλος, σίγουρα θα ήμουν Έλληνας», λέει. Γι’ αυτό άλλωστε επισκέπτεται πολύ συχνά τη χώρα μας, τόσο για τα ελληνικά νησιά όσο και για τη Χαλκιδική στην οποία φαίνεται να έχει ιδιαίτερη αδυναμία.

Στην Ελλάδα αναφέρεται συχνά και όταν μιλά για την ιστορία του κρασιού. «Πρέπει να τιμούμε την ιστορία. Όλα ξεκίνησαν με τα orange wines στη Γεωργία, στη συνέχεια το κρασί βρέθηκε στην Αίγυπτο και έπειτα στην Ελλάδα. Οι Έλληνες μας έφεραν τον αμφορέα και τις ποικιλίες αμπέλου στη Γαλλία. Έφτασαν στη Narbonne, εκεί όπου ζω, πριν από 2.400 χρόνια. Μας μεταφέρατε έναν τρόπο ζωής και μια φιλοσοφία, και το κρασί αποτελεί μέρος αυτής».

Σχετικά Άρθρα

Διαβάστε επίσης

ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

Την ευκαιρία να γνωρίσουν συγκεντρωμένους όλους τους οινοπαραγωγούς της Μεσσηνίας, να δοκιμάσουν τη σύγχρονη οινική ταυτότητα της περιοχής και να δημιουργήσουν νέες συνεργασίες θα...

REPORTS

Είναι άλλο η εμπορική συνεργασία που ξεκίνησε το κτήμα Σπυρόπουλος με την εταιρεία Greek Wine Cellars – ΚΟΥΡΤΑΚΗΣ, μέλος της Cavino Group και άλλο...

REPORTS

Σε ανάκτηση του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων της πρώην ΕΑΣ Αμυνταίου, που είχε τεθεί σε εκκαθάριση από τις 31/12 του 2014, βάσει του Ν.4015...

REPORTS

Στη Σάμο, το γεωφυσικό ανάγλυφο παίζει τα δικά του παιχνίδια: Οι «Ψηλές Κορφές» των βουνών της με τους ορεινούς αμπελώνες και τις πεζούλες ξερολιθιάς,...