Σε μια εποχή όπου η κλιματική αστάθεια πιέζει ολοένα και περισσότερο τον αμπελώνα, η επιστήμη της οινοποίησης αναζητά λύσεις όχι μόνο για το ιδανικό σταφύλι, αλλά και για εκείνο που έχει ήδη πληγωθεί. Μια νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό LWT φέρνει στο προσκήνιο ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον εύρημα: η προζυμωτική θερμική επεξεργασία μπορεί να βοηθήσει στην ανάκτηση μέρους της ποιότητας κρασιών που παράγονται από σταφύλια προσβεβλημένα από λευκή σήψη.
Ειδικότερα, η σήψη στα λευκά σταφύλια, που προκαλείται από τον μύκητα Coniella vitis, αποτελεί σοβαρό πρόβλημα κυρίως σε θερμές και υγρές αμπελουργικές περιοχές. Η ασθένεια δεν περιορίζεται μόνο στη μείωση της παραγωγής, αλλά επηρεάζει βαθιά και το αρωματικό και γευστικό προφίλ του κρασιού. Με απλά λόγια, δεν χαλάει απλώς το σταφύλι. Αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο το κρασί μπορεί να υπάρξει στο ποτήρι.
Η ερευνητική ομάδα από την Κίνα, με συμμετοχή επιστημόνων από τη Shandong Academy of Grape και άλλα ιδρύματα, μελέτησε σταφύλια της ποικιλίας Moldova που καλλιεργήθηκαν στην επαρχία Shandong. Στο πείραμα χρησιμοποιήθηκαν σταφύλια προσβεβλημένα από Coniella vitis, τα οποία αναμείχθηκαν με υγιή καρπό ώστε το ποσοστό της ασθένειας στο σύνολο της πρώτης ύλης να φτάνει το 20%. Το συγκεκριμένο επίπεδο έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς θεωρείται ένα σημείο όπου η υποβάθμιση της ποιότητας αρχίζει να γίνεται αισθητή.
Παράλληλα, οι ερευνητές συνέκριναν τέσσερις διαφορετικές οινοποιήσεις. Η πρώτη έγινε από υγιή σταφύλια και λειτούργησε ως δείγμα αναφοράς. Η δεύτερη από προσβεβλημένα σταφύλια χωρίς καμία διορθωτική παρέμβαση. Η τρίτη περιλάμβανε θερμική εκχύλιση στους 60°C για έξι ώρες πριν από τη ζύμωση. Η τέταρτη βασίστηκε σε επεξεργασία με μικροκύματα ισχύος 1024 watts για τρία λεπτά, επίσης πριν από τη ζύμωση.
Τα αποτελέσματα έδειξαν καθαρά ότι η λευκή σήψη αφήνει έντονο αποτύπωμα στο κρασί. Το κρασί από προσβεβλημένα σταφύλια, χωρίς καμία επεξεργασία, παρουσίασε χαμηλότερη οξύτητα, μικρότερη στυφότητα και πιο επίπεδη γευστική δομή. Ακόμη πιο σημαντική ήταν η επίδραση στο άρωμα, καθώς οι συνολικές πτητικές ενώσεις μειώθηκαν κατά 20%, ενώ ενισχύθηκαν φυτικές, γήινες και χημικές νότες που σε νεαρά ερυθρά κρασιά γίνονται αντιληπτές ως ελαττώματα.
Εκεί ακριβώς μπαίνει η τεχνολογία. Τόσο η θερμική εκχύλιση όσο και η επεξεργασία με μικροκύματα βελτίωσαν αισθητά την εικόνα των κρασιών που προέρχονταν από προσβεβλημένα σταφύλια. Οι δύο μέθοδοι αύξησαν σημαντικές κατηγορίες αρωματικών ενώσεων, όπως ανώτερες αλκοόλες, εστέρες, αλδεΰδες και λιπαρά οξέα. Ιδιαίτερη σημασία είχαν οι αιθυλεστέρες, ενώσεις που συνδέονται με πιο φρουτώδη αρώματα, καθώς στα επεξεργασμένα δείγματα εμφανίστηκαν αυξημένοι πάνω από 50% σε σχέση με το μη επεξεργασμένο κρασί από άρρωστα σταφύλια.
Ωστόσο, η θερμότητα έδειξε να έχει ένα κρίσιμο πλεονέκτημα. Η θερμική εκχύλιση κατάφερε να περιορίσει ενώσεις όπως η μεθειονόλη και η nonanal, οι οποίες συνδέονται με δυσάρεστες νότες λάχανου, βραστής πατάτας, σκόρδου, πράσινης φυτικότητας ή έντονης πικάντικης αίσθησης. Αντίθετα, η επεξεργασία με μικροκύματα ενίσχυσε περισσότερο την ένταση της γεύσης και την παραγωγή φρουτωδών εστέρων, αλλά δεν αποδείχθηκε το ίδιο αποτελεσματική στον περιορισμό αυτών των ανεπιθύμητων αρωμάτων.
Με άλλα λόγια, οι δύο τεχνικές δεν έδωσαν την ίδια απάντηση στο πρόβλημα. Τα μικροκύματα έδειξαν μεγαλύτερη ικανότητα να ενισχύουν την αρωματική και γευστική ένταση. Η θερμική εκχύλιση, όμως, φάνηκε πιο αποτελεσματική στο να φέρνει το κρασί πιο κοντά στο προφίλ ενός κρασιού που παράγεται από υγιή σταφύλια.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το γεγονός ότι οι οπτικές διαφορές στο χρώμα ήταν περιορισμένες. Παρότι οι επεξεργασίες επηρέασαν ορισμένες παραμέτρους του χρώματος, οι μεταβολές παρέμειναν σε επίπεδο που δύσκολα θα γινόταν αντιληπτό από τον μέσο καταναλωτή. Η ουσιαστική μάχη, λοιπόν, δεν δόθηκε στο μάτι, αλλά στη μύτη και στο στόμα.
Το συμπέρασμα της μελέτης δεν είναι ότι τα προσβεβλημένα σταφύλια μπορούν να εξισωθούν με τα υγιή. Ούτε ότι κάθε οινοποιείο πρέπει να χρησιμοποιεί καρπό με ασθένεια χωρίς αυστηρή διαλογή και προσοχή. Τα πειράματα έγιναν σε ελεγχόμενες συνθήκες, με συγκεκριμένη ποικιλία, συγκεκριμένο παθογόνο και συγκεκριμένο ποσοστό προσβολής. Αυτό σημαίνει ότι απαιτείται περαιτέρω έρευνα πριν τα ευρήματα μεταφραστούν σε ευρεία πρακτική εφαρμογή.
Παρόλα αυτά, η αξία της μελέτης είναι μεγάλη. Δείχνει ότι σε χρονιές όπου οι ασθένειες του αμπελώνα απειλούν την παραγωγή, η οινοποίηση μπορεί να αποκτήσει νέα εργαλεία διαχείρισης. Όχι για να κρύψει το πρόβλημα, αλλά για να περιορίσει την απώλεια. Όχι για να δικαιολογήσει την κακή πρώτη ύλη, αλλά για να αξιοποιήσει πιο έξυπνα ό,τι μπορεί ακόμη να σωθεί.
Εν κατακλείδι, σε έναν αμπελώνα που ζει όλο και συχνότερα ανάμεσα σε ακραίες βροχοπτώσεις, υγρασία και θερμικά σοκ, η έρευνα αυτή ανοίγει μια σημαντική συζήτηση. Το μέλλον του κρασιού δεν θα κριθεί μόνο στην τελειότητα του καρπού, αλλά και στην ικανότητα της επιστήμης να παρεμβαίνει με ακρίβεια εκεί όπου η φύση έχει ήδη αφήσει το σημάδι της.
























