Στην κοιλάδα της Μαραθάσας, ένα οικογενειακό όραμα συνδέει εγκαταλελειμμένους αμπελώνες, κυπριακές ποικιλίες και βραβευμένη αρχιτεκτονική, δημιουργώντας έναν οινικό προορισμό με ουσία πίσω από την ομορφιά του.
Η ομορφιά ενός οινοποιείου αποκτά βάθος όταν γίνεται αφορμή να ξαναζωντανέψει ο τόπος γύρω του. Στην ορεινή Κύπρο, το Marathasa Wines δίνει σε αυτή την ιδέα συγκεκριμένη μορφή. Πάνω από το χωριό Οίκος, στην ανατολική πλευρά της κοιλάδας της Μαραθάσας, κοντά στον Καλοπαναγιώτη, το επιβλητικό κτίριο στρέφει το βλέμμα στις πλαγιές. Εκεί βρίσκεται και η αφετηρία της ιστορίας του, σε αμπέλια που εγκαταλείφθηκαν και σε μια οικογένεια που αποφάσισε να επενδύσει στην επιστροφή τους στην καλλιέργεια.
Μια οικογενειακή μνήμη που έγινε αμπελώνας
Πίσω από το εγχείρημα βρίσκεται ο Ιωάννης Παπαδούρης, με μια σχέση με το κρασί που αρχίζει πολύ πριν από την κατασκευή του οινοποιείου. Ο παππούς του ήταν έμπορος κρασιού. Διάλεγε την παραγωγή οικογενειών της περιοχής, γέμιζε δερμάτινα ασκιά και τη μετέφερε με γαϊδούρια στα μονοπάτια της Κύπρου. Ο ίδιος, παιδί ακόμη, πατούσε σταφύλια προτού βγει να παίξει.
Η οικογενειακή αφήγηση συναντά εδώ την ιστορία μιας ολόκληρης κοιλάδας. Η αμπελοκαλλιέργεια αποτελούσε μέρος της καθημερινότητας των χωριών, ώσπου η αναζήτηση εργασίας στις πόλεις και στο εξωτερικό, από τις δεκαετίες του 1940 και του 1950, άρχισε να αποδυναμώνει αυτή τη σχέση. Το 2014, ο Παπαδούρης ξεκίνησε να αγοράζει εγκαταλελειμμένα αμπελοτεμάχια. Ορισμένα παλιά κλήματα διατηρήθηκαν, ενώ αλλού διαμορφώθηκαν αναβαθμίδες και έγιναν νέες φυτεύσεις. Στην οικογενειακή επιχείρηση συμμετέχουν η κόρη του, Alexa, ο σύζυγός της, Andrew, και ο ξάδελφός της, Σταύρος.

Αρχιτεκτονική με ρίζες στον τόπο
Το κτίριο, σχεδιασμένο από το γραφείο Eraclis Papachristou Architects, είναι από τα στοιχεία που κάνουν το Marathasa Wines να ξεχωρίζει αμέσως. Στις αρχιτεκτονικές δημοσιεύσεις καταγράφεται ως Lampadistis Winery και η σύλληψή του αντλεί έμπνευση από το μοναστηριακό συγκρότημα του Αγίου Ιωάννη Λαμπαδιστή.
Παράλληλα, οι τρεις κυλινδρικοί πυρήνες του συνδέονται με τις φάσεις της παραγωγής του κρασιού, ενώ ο υπερκείμενος όγκος σχηματίζει μια έντονη οριζόντια γραμμή απέναντι στον ορίζοντα. Το εμφανές σκυρόδεμα χαρίζει στο εξωτερικό βάρος και αυστηρότητα. Στο εσωτερικό, η γεωμετρία της ξύλινης οροφής δημιουργεί μια θερμότερη ατμόσφαιρα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η προέλευση της ξυλείας, η οποία, σύμφωνα με την αρχιτεκτονική περιγραφή, ανακτήθηκε από δέντρα έπειτα από μεγάλη δασική πυρκαγιά στην Κύπρο.

Η αρχιτεκτονική αξία του έργου έχει αναγνωριστεί και θεσμικά. Διακρίθηκε στα Κρατικά Βραβεία Αρχιτεκτονικής 2022, στην κατηγορία «Αξιόλογο Αρχιτεκτονικό Έργο», ενώ το 2024 κέρδισε τη διάκριση Commercial – Retail στα SHARE Architecture Awards. Πρόκειται για ένα κτίριο που αντιμετωπίζει την παραγωγή, τη φιλοξενία και το τοπίο ως μέρη της ίδιας εμπειρίας.
Η ορεινή πλευρά του κυπριακού κρασιού
Πέρα από το κτίριο, το ενδιαφέρον μεταφέρεται στο υψόμετρο. Οι αμπελώνες απλώνονται σε απότομες, πετρώδεις πλαγιές και αναβαθμίδες, με φυτεύσεις που ξεπερνούν τα 1.100 μέτρα. Η ορεινή αυτή συνθήκη, οι διαφορετικές εκθέσεις και η γεωλογική ποικιλία συνθέτουν το περιβάλλον μέσα στο οποίο διαμορφώνεται η παραγωγή.
Το Ξυνιστέρι, το Γιαννούδι και η Πρωμάρα δίνουν κυπριακό στίγμα, ενώ πλάι τους καλλιεργούνται διεθνείς ποικιλίες, όπως Sauvignon Blanc και Syrah, αλλά και μικρές ποσότητες Ασύρτικου και Μοσχοφίλερου. Την αμπελουργική και οινοποιητική κατεύθυνση έχει σήμερα ο François-Xavier Raynal, με εμπειρία σε διαφορετικές αμπελουργικές περιοχές, από τη Γαλλία και την Ουγγαρία έως τη Νέα Ζηλανδία.
Σύμφωνα με το οινοποιείο, όλα τα κρασιά παράγονται αποκλειστικά από δικά του σταφύλια της Μαραθάσας, με χειρωνακτικό τρύγο, οινοποίηση και εμφιάλωση στις εγκαταστάσεις του. Μια επιλογή που τοποθετεί τον έλεγχο της πρώτης ύλης στον πυρήνα της ταυτότητάς του.
Τρεις ετικέτες που φωτίζουν τη φιλοσοφία του
Το Athassi, από Ξυνιστέρι, προσφέρει μια πρώτη γνωριμία με αυτή την προσέγγιση. Η ζύμωση σε δεξαμενή και γαλλικά δρύινα βαρέλια δείχνει την πρόθεση να αναδειχθεί η ποικιλία μέσα από περισσότερες από μία οινοποιητικές εκφράσεις.
Στα ερυθρά, το Amarantos 2023 προέρχεται αποκλειστικά από Γιαννούδι, από αμπελώνες σε υψόμετρο 1.000–1.120 μέτρων. Η συγκεκριμένη εσοδεία ωρίμασε για δώδεκα μήνες σε χρησιμοποιημένα γαλλικά δρύινα βαρέλια και αριθμεί μόλις 1.169 φιάλες. Η ήπια εκχύλιση που περιγράφεται στο τεχνικό του δελτίο φανερώνει προσοχή στη διαχείριση της ποικιλίας.
Το Marathos 2023, αντίστοιχα, είναι μονοποικιλιακό Syrah από αμπελώνες πάνω από τα 1.000 μέτρα, με δωδεκάμηνη ωρίμαση κυρίως σε γαλλική δρυ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το τεχνικό δελτίο καταγράφει εδάφη πλαγιογρανίτη και γάββρου, αναδεικνύοντας τις επιμέρους διαφορές του αμπελώνα. Οι ετικέτες αυτές δίνουν συγκεκριμένο περιεχόμενο στην υπόσχεση της προέλευσης, μέσα από ποικιλίες, αμπελοτόπια και επιλογές οινοποίησης.

Ένας προορισμός πέρα από τη φωτογραφία
Η επίσκεψη συνδέει το ποτήρι με όσα βρίσκονται έξω από αυτό. Το Marathasa Wines προσφέρει ξεναγήσεις και γευσιγνωσίες, περιπάτους στους κοντινούς αμπελώνες, καθώς και διαδρομές με όχημα 4×4 στις ορεινές φυτεύσεις. Ο χώρος δοκιμών, με θέα στην κοιλάδα, επιτρέπει στον επισκέπτη να παρατηρεί το τοπίο από το οποίο προέρχεται το κρασί του.
Σε αυτή τη σύνδεση βρίσκεται και η ευρύτερη σημασία του εγχειρήματος. Η ανάκτηση ενός εγκαταλελειμμένου αμπελώνα ξαναφέρνει εργασία στη γη· η επίσκεψη στο οινοποιείο δίνει έναν ακόμη λόγο να φτάσει κανείς στα ορεινά χωριά. Το κατά πόσο τέτοιες επενδύσεις μπορούν να στηρίξουν μακροπρόθεσμα τις κοινότητες παραμένει το ουσιαστικό στοίχημα.
Τέλος, το Marathasa Wines αξίζει, λοιπόν, τον χαρακτηρισμό «κόσμημα» για περισσότερα από την εντυπωσιακή του εικόνα. Η βαθύτερη αξία του βρίσκεται στην απόφαση να ξανακαλλιεργηθεί ένας τόπος που είχε αρχίσει να ξεχνιέται. Γιατί η πιο ουσιαστική κληρονομιά είναι εκείνη που εξακολουθεί να δίνει καρπούς.
























