Η πτώση αυτή αποτελεί συνέχεια της αρνητικής τάσης που είχε ήδη διαμορφωθεί το 2025, όταν οι εξαγωγές οίνου υποχώρησαν μετά το ιστορικό υψηλό του 2024. Τα νέα στοιχεία δείχνουν ότι η επιβράδυνση συνεχίζεται σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή αγορά, επηρεάζοντας και τις τρεις μεγαλύτερες οινοπαραγωγικές δυνάμεις της ΕΕ: τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ισπανία.
Σύμφωνα με την Επιτροπή, η μείωση αντιστοιχεί σε 265 εκατ. ευρώ σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Η εξέλιξη αποδίδεται κυρίως στις χαμηλότερες τιμές των εξαγωγών προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, μία από τις σημαντικότερες αγορές για τον ευρωπαϊκό οίνο. Η πίεση στις τιμές δεν επηρεάζει μόνο τα οινοποιεία, αλλά και ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα του κλάδου των αλκοολούχων ποτών, από εξαγωγείς και εισαγωγείς έως διανομείς και λιανεμπόρους που βασίζουν σημαντικό μέρος του κύκλου εργασιών τους στον οίνο.
Αντίθετα, οι εξαγωγές αποσταγμάτων και λικέρ παρέμειναν σταθερές, φτάνοντας τα 2,7 δισ. ευρώ κατά το ίδιο διάστημα (Ιανουάριος–Απρίλιος), γεγονός που υποδηλώνει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε άλλες κατηγορίες του ευρωπαϊκού κλάδου αλκοολούχων ποτών.
Ο οίνος εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα εξαγώγιμα αγροδιατροφικά προϊόντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το 2025 οι εξαγωγές του ανήλθαν σε 16,4 δισ. ευρώ, παρά το γεγονός ότι μειώθηκαν κατά σχεδόν 1 δισ. ευρώ σε σχέση με το 2024. Παρ’ όλα αυτά, αντιπροσώπευσαν το 7% του συνόλου των αγροδιατροφικών εξαγωγών της ΕΕ, επιβεβαιώνοντας τη βαρύνουσα σημασία του κλάδου τόσο στο εξωτερικό εμπόριο όσο και στην ευρύτερη οικονομία των ποτών.
Για τους Ευρωπαίους οινοπαραγωγούς και τους εμπόρους οίνου, ωστόσο, το βασικό μήνυμα των τελευταίων στοιχείων είναι ότι οι συνθήκες ζήτησης εξακολουθούν να παραμένουν απαιτητικές, ενώ οι πιέσεις στις τιμές στην αμερικανική αγορά διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των εξαγωγικών επιδόσεων κατά την έναρξη του 2026.
Παράλληλα, η έκθεση εντάσσει τις επιδόσεις του οίνου σε ένα γενικότερα ηπιότερο εμπορικό περιβάλλον για τον ευρωπαϊκό αγροδιατροφικό τομέα. Τον Απρίλιο του 2026, οι εξαγωγές αγροδιατροφικών προϊόντων της ΕΕ ανήλθαν σε 20,3 δισ. ευρώ, μειωμένες κατά 3% σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, αλλά αυξημένες κατά 1% σε σύγκριση με τον Απρίλιο του 2025. Συνολικά, το πρώτο τετράμηνο του έτους οι εξαγωγές διαμορφώθηκαν στα 77,6 δισ. ευρώ, καταγράφοντας μείωση 3% ή 2,3 δισ. ευρώ σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους.
Κατά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η συνολική αυτή υποχώρηση οφείλεται κυρίως στη μείωση των εξαγωγών κακάο και χοιρινού κρέατος. Πιέσεις δέχθηκε και το ελαιόλαδο, καθώς η αξία των εξαγωγών του μειώθηκε κατά 367 εκατ. ευρώ ή 17% το πρώτο τετράμηνο του 2026. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά τόσο τη μείωση των τιμών κατά 12% όσο και τη μείωση των εξαγόμενων ποσοτήτων κατά 8%. Η μεγαλύτερη υποχώρηση καταγράφηκε στις εξαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ μειώσεις σημειώθηκαν επίσης στις αποστολές προς τον Καναδά, την Αυστραλία και την Ιαπωνία.
Το Ηνωμένο Βασίλειο παρέμεινε ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον αγροδιατροφικό τομέα, με συναλλαγές συνολικής αξίας 17,8 δισ. ευρώ, παρά τη μείωση κατά 2%. Στη δεύτερη θέση βρέθηκαν οι Ηνωμένες Πολιτείες με 8,8 δισ. ευρώ, καταγράφοντας σημαντικότερη πτώση της τάξης του 14%, ενώ ακολούθησε η Ελβετία με 4,6 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 1%.
Εν κατακλείδι, στο σκέλος των εισαγωγών, η Ευρωπαϊκή Ένωση εισήγαγε αγροδιατροφικά προϊόντα αξίας 62 δισ. ευρώ την περίοδο Ιανουαρίου–Απριλίου, ποσό μειωμένο κατά 4% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Το εμπορικό πλεόνασμα του αγροδιατροφικού τομέα βελτιώθηκε οριακά, αυξανόμενο από 15,3 δισ. ευρώ το πρώτο τετράμηνο του 2025 σε 15,6 δισ. ευρώ την ίδια περίοδο του 2026. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η αύξηση αυτή, ύψους 233 εκατ. ευρώ, συνδέεται κυρίως με τη μείωση των διεθνών τιμών του κακάο.
























