Τα δύο magnum του Lafite 1870 έγιναν το κέντρο βάρους της βραδιάς, καθώς το πρώτο έκλεισε στα 106.250 δολάρια και το δεύτερο στα 200.000 δολάρια, δηλαδή συνολικά στα 306.250 δολάρια, πολύ πάνω από την αρχική εκτίμηση των 30.000 έως 50.000 δολαρίων για κάθε φιάλη.
Ο λόγος που τα συγκεκριμένα μπουκάλια προκάλεσαν τόσο ισχυρό ενδιαφέρον δεν είναι μόνο η ηλικία τους. Πρόκειται για κρασί μιας εποχής που προηγήθηκε της μεγάλης κρίσης της φυλλοξήρας, όταν ακόμη πολλά κορυφαία αμπελοτόπια του Bordeaux ήταν φυτεμένα με αυτόρριζα, μη εμβολιασμένα αμπέλια. Η Sotheby’s παρουσίασε τα Lafite 1865 και 1870 ως εμβληματικά παραδείγματα ενός κόσμου που δεν μπορεί να αναπαραχθεί, ακριβώς επειδή ανήκουν σε μια περίοδο πριν από τον βίαιο ανασχεδιασμό του ευρωπαϊκού αμπελώνα. Η ιστορική τους αξία, επομένως, δεν περιορίζεται στη σπανιότητα της φιάλης· ακουμπά και στην ίδια τη βιολογική και αμπελουργική ιστορία του κρασιού.
Παράλληλα, εξίσου καθοριστική είναι η προέλευση. Το Glamis Castle δεν είναι ένα τυχαίο όνομα στην ιστορία της Βρετανίας, αλλά η έδρα των Earls of Strathmore and Kinghorne και οικογενειακός τόπος που συνδέεται άμεσα με τη βασιλική οικογένεια, αφού υπήρξε το πατρογονικό σπίτι της Βασιλομήτορος Ελισάβετ. Στα αρχεία του κτήματος διασώζεται μάλιστα το “Cellar Book 1885–1894”, όπου καταγράφεται ότι 48 magnum του Lafite 1870 αγοράστηκαν και μπήκαν στο κελάρι το 1878. Αυτό το νήμα τεκμηρίωσης δίνει στα δύο μπουκάλια κάτι που η αγορά των σπάνιων οίνων αποτιμά σχεδόν όσο και το ίδιο το περιεχόμενο: αδιάκοπη, καθαρή και πειστική provenance.
Το δεύτερο στοιχείο που ανεβάζει ακόμη περισσότερο το ειδικό βάρος της υπόθεσης είναι η κατάσταση διατήρησης. Σύμφωνα με τη Sotheby’s, τα κρασιά του κελαριού του Glamis έμειναν σχεδόν έναν αιώνα αδιατάρακτα, σε σκοτεινές και ψυχρές συνθήκες, πριν επανέλθουν στην αγορά μετά την ανακάλυψη και τη γνωστή διασπορά του κελαριού το 1971. Ένα από τα δύο magnum που βγήκαν τώρα στο σφυρί είχε μάλιστα παραμείνει στην αρχική του κατάσταση, χωρίς επαναπωματισμό ή «ανακαίνιση», στοιχείο που για τους συλλέκτες λειτουργεί σχεδόν σαν σφραγίδα αυθεντικότητας. Δεν είναι τυχαίο επίσης ότι πρόκειται για magnum: οι μεγάλες φιάλες θεωρούνται ιδανικότερες για μακρά παλαίωση, επειδή επιτρέπουν πιο αργή και σταθερή εξέλιξη του κρασιού, ενώ ταυτόχρονα είναι πολύ σπανιότερες από τις απλές φιάλες.
Αυτό που μένει τελικά από τη συγκεκριμένη δημοπρασία είναι κάτι περισσότερο από ένα εντυπωσιακό νούμερο. Η Sotheby’s σημείωσε ότι σε πρόσφατες δεκαετίες έχουν προσφερθεί στη Νέα Υόρκη λιγότερες από δέκα φιάλες ερυθρού Bordeaux του 19ου αιώνα, γεγονός που δείχνει πόσο περιορισμένη είναι αυτή η κατηγορία στην πραγματική αγορά. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, το Lafite 1870 από το Glamis Castle δεν πουλήθηκε απλώς ως ένα «παλιό μεγάλο όνομα», αλλά ως ένα σπάνιο τεκμήριο συνέχειας: του château, της σοδειάς, του κελαριού, της συντήρησης και της αφήγησης που συνοδεύει το κρασί από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα.
Συνοψίζοντας, ίσως εκεί να βρίσκεται ο πραγματικός πυρήνας της υπόθεσης. Στον κόσμο των μεγάλων δημοπρασιών, η τιμή ασφαλώς εντυπωσιάζει, όμως η αξία γεννιέται αλλού: στο πόσο ατόφια φτάνει ως εμάς μια εποχή που έχει χαθεί. Τα δύο magnum του Glamis Castle δεν θύμισαν απλώς πόσο ισχυρό παραμένει το όνομα του Lafite. Θύμισαν ότι ορισμένες φιάλες δεν μεταφέρουν μόνο κρασί, αλλά και τον χρόνο ολόκληρο.

























