Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε το Υπουργείο Γεωργίας, Αλιείας και Τροφίμων (MAPA) και ανέλυσε ο Ισπανικός Διεπαγγελματικός Οργανισμός Οίνου (OIVE), η συνολική έκταση ανήλθε σε 889.470 εκτάρια, μειωμένη κατά 21.612 εκτάρια σε σύγκριση με το 2024.
Πιο συγκεκριμένα, η μείωση αυτή σηματοδοτεί το χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί ποτέ και αποτυπώνει τη σταδιακή αναδιάρθρωση της ισπανικής αμπελουργίας. Από το σύνολο των εκτάσεων, το 59,4% αφορά αμπελώνες ξηρικής καλλιέργειας (528.114 εκτάρια), ενώ το 40,6% είναι αρδευόμενοι (361.308 εκτάρια). Και οι δύο κατηγορίες παρουσίασαν πτώση σε ετήσια βάση, με τη ξηρική καλλιέργεια να μειώνεται κατά 2,1% και την αρδευόμενη κατά 2,7%. Επιπλέον, καταγράφονται 44 εκτάρια αμπελώνων σε θερμοκήπια στα Κανάρια Νησιά, μέγεθος ωστόσο οριακό σε εθνικό επίπεδο.
Σε περιφερειακό επίπεδο, η Καστίλλη-Λα Μάντσα παραμένει μακράν η σημαντικότερη αμπελουργική ζώνη της χώρας, με 422.391 εκτάρια, που αντιστοιχούν στο 47,5% του εθνικού συνόλου. Παρά τη δεσπόζουσα θέση της, η περιοχή κατέγραψε μείωση 3% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Στη δεύτερη θέση περνά η Καστίλλη και Λεόν με 81.035 εκτάρια, σημειώνοντας αύξηση 1,2% και ξεπερνώντας την Εξτρεμαδούρα, η οποία υποχώρησε στην τρίτη θέση με 76.536 εκτάρια (-5,4%).
Παράλληλα, ήπιες αυξήσεις καταγράφηκαν επίσης στην Ανδαλουσία και στη Λα Ριόχα, ενώ αντίθετα η Καταλονία (-1,1%) και η Κοινότητα της Βαλένθια (-0,9%) συνέχισαν την καθοδική τους πορεία. Η Λα Ριόχα, με 53.370 εκτάρια (+0,2%), παραμένει η τελευταία αυτόνομη κοινότητα με περισσότερα από 50.000 εκτάρια αμπελώνων, ενώ όλες οι υπόλοιπες βρίσκονται κάτω από το όριο των 33.000 εκταρίων. Αξιοσημείωτο είναι ότι μόνο η Καστίλλη και Λεόν, η Ανδαλουσία και η Λα Ριόχα εμφάνισαν καθαρή αύξηση της συνολικής τους έκτασης το 2025.
Όσον αφορά τον τύπο καλλιέργειας, η Καστίλλη-Λα Μάντσα πρωτοστατεί τόσο στην ξηρική όσο και στην αρδευόμενη αμπελουργία. Διαθέτει πλέον περισσότερα αρδευόμενα αμπέλια (215.874 εκτάρια) από ξηρικά (206.516 εκτάρια), μια ισορροπία που παραμένει σχεδόν αμετάβλητη από το 2019. Η περιοχή συγκεντρώνει το 59,7% της συνολικής αρδευόμενης αμπελουργικής γης της Ισπανίας. Αντίστοιχη υπεροχή της άρδευσης καταγράφεται μόνο στη Ναβάρρα, όπου το 61% των αμπελώνων είναι αρδευόμενο, και στις Βαλεαρίδες Νήσους, όπου το ποσοστό φτάνει το 86,2%.
Σε ετήσια βάση, η μεγαλύτερη αύξηση αρδευόμενων εκτάσεων παρατηρήθηκε στη Χώρα των Βάσκων (+64%), αν και σε απόλυτους αριθμούς παραμένει μικρή. Αντίθετα, οι μεγαλύτερες απώλειες σε ξηρικές εκτάσεις καταγράφηκαν επίσης στη Χώρα των Βάσκων (-25%), στις Βαλεαρίδες Νήσους (-7%) και στην Εξτρεμαδούρα (-5,5%). Η Ανδαλουσία αποτελεί εξαίρεση, καθώς παρουσίασε τη μεγαλύτερη αύξηση ξηρικής καλλιέργειας (+2,3%), φτάνοντας τα 19.379 εκτάρια.
Μάλιστα, αξίζει να αναφερθεί ότι, τα ιστορικά δεδομένα επιβεβαιώνουν το βάθος της συρρίκνωσης. Το 2010 η Ισπανία διέθετε περισσότερα από ένα εκατομμύριο εκτάρια αμπελώνων για οινοποίηση, ενώ το 2024 παρέμενε πάνω από τις 900.000. Το 2025 είναι η πρώτη χρονιά που αυτό το όριο καταρρίπτεται. Σε σύγκριση με το 1980, όταν καταγράφονταν 1.642.622 εκτάρια, η συνολική μείωση φτάνει το 45,9%, δηλαδή περίπου 753.000 εκτάρια λιγότερα.
Την τελευταία δεκαετία (2015–2025), μόνο πέντε αυτόνομες κοινότητες κατέγραψαν καθαρή αύξηση της αμπελουργικής τους έκτασης, με την Καστίλλη και Λεόν να ξεχωρίζει. Στον αντίποδα, η μεγαλύτερη απώλεια εντοπίζεται στην Καστίλλη-Λα Μάντσα, γεγονός που υπογραμμίζει τη δομική αναδιάρθρωση του ισπανικού αμπελώνα.
Τέλος, συνολικά, τα στοιχεία αποτυπώνουν έναν κλάδο σε συνεχή μετάβαση, με έντονες περιφερειακές διαφοροποιήσεις και αυξανόμενη βαρύτητα της άρδευσης, καθώς η ισπανική αμπελουργία προσαρμόζεται σε οικονομικές, περιβαλλοντικές και διαρθρωτικές πιέσεις που διαμορφώνουν το μέλλον της ευρωπαϊκής οινοπαραγωγής.
























