Κεντρικό εργαλείο στη συλλογιστική του αποτελεί ο δείκτης Ravaz, ένας ευρέως χρησιμοποιούμενος δείκτης ισορροπίας που συσχετίζει το βάρος της παραγωγής με το βάρος του ξύλου που αφαιρείται κατά το χειμερινό κλάδεμα. Η διεθνής βιβλιογραφία επιβεβαιώνει ότι τιμές μεταξύ 5 και 7 θεωρούνται γενικά ενδεικτικές ισορροπημένου πρέμνου, ενώ χαμηλότερες τιμές υποδηλώνουν υπερβολική ζωηρότητα και υψηλότερες τιμές υπερφόρτωση, με πιθανές συνέπειες στη διαφοροποίηση οφθαλμών και στη σταθερότητα της παραγωγής τα επόμενα έτη. Έρευνες σε αμπελώνες της Καλιφόρνιας και της Γαλλίας έχουν δείξει ότι η μακροχρόνια διατήρηση ακραίων τιμών Ravaz σχετίζεται με μειωμένη ανθεκτικότητα σε υδατικό στρες και αυξημένη ευαισθησία σε ξυλοπαθογόνα.
Ειδικότερα, ο Prieto υπογράμμισε ωστόσο ότι οι αριθμοί δεν αρκούν. Η οπτική αξιολόγηση της διαμέτρου και της ζωηρότητας των καλαμιών παραμένει κρίσιμη. Η ισορροπημένη διάμετρος, ούτε υπερβολικά λεπτή ούτε υπερβολικά παχιά αποτελεί ένδειξη ορθής κατανομής υδατανθράκων και καλής λειτουργίας του αγγειακού συστήματος. Σύμφωνα με μελέτες φυσιολογίας της αμπέλου, η ομοιόμορφη ανάπτυξη καλαμιών συνδέεται με σταθερότερη φωτοσυνθετική ικανότητα και καλύτερη ωρίμανση των σταφυλιών.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη διάκριση μεταξύ «κλαδέματος διακλάδωσης», που σέβεται τη φυσική ροή του χυμού και τη δομή του φυτού, και «κλαδέματος ακρωτηριασμού», το οποίο χαρακτηρίζεται από μεγάλες, επίπεδες και συχνά επαναλαμβανόμενες τομές στο ίδιο σημείο. Η σύγχρονη έρευνα γύρω από τις ασθένειες ξύλου της αμπέλου, όπως η Esca και η Eutypa dieback, έχει αποδείξει ότι οι μεγάλες τομές αυξάνουν τον κίνδυνο εσωτερικής νέκρωσης και διαταραχής της αγγειακής συνέχειας. Μελέτες σε ευρωπαϊκούς αμπελώνες έχουν καταγράψει σημαντική μείωση της λειτουργικής αγωγιμότητας όταν οι νεκρωτικοί ιστοί καταλαμβάνουν μεγάλο ποσοστό της διατομής του βραχίονα, επιβεβαιώνοντας τις επισημάνσεις του Prieto για πιθανή απώλεια έως και του 50% της αγγειακής ικανότητας σε ακραίες περιπτώσεις.
Παράλληλα, η τεχνική του «εφεδρικού ξύλου», που προτείνει, ευθυγραμμίζεται με τις αρχές του λεγόμενου gentle pruning. Αφήνοντας ένα μικρό τμήμα ξύλου πάνω από τον ζωντανό ιστό, δημιουργείται μια ζώνη όπου θα εξελιχθεί η νέκρωση της πληγής, χωρίς να διακοπεί το κύριο αγγειακό κανάλι. Η διάκριση μεταξύ «ξηρών» και «πράσινων» φλεβών δεν είναι απλώς μεταφορική· αντανακλά την πραγματική ανατομία του ξύλου και τη στρατηγική διαχείρισης της επούλωσης.
Στα συστήματα διαμόρφωσης, όπως το cordon και το Guyot, ο Prieto τόνισε τη σημασία σαφούς διαχωρισμού δομικών και παραγωγικών μερών. Στο Guyot, η σταδιακή δημιουργία βραχιόνων με σχήμα “V” επιτρέπει καλύτερη κατανομή φορτίου και φωτισμού, μειώνοντας τις ανάγκες για επιθετικές παρεμβάσεις στο μέλλον. Αντίστοιχα, στο cordon, η σωστή επιλογή και ανανέωση των σπιρουνιών είναι κρίσιμη για την αποφυγή συσσώρευσης μεγάλων τομών στον ίδιο άξονα.
Πέρα από τη φυσιολογία, η παρέμβασή του αγγίζει και το διαχειριστικό σκέλος. Η έλλειψη εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού στον αμπελοοινικό τομέα καθιστά αναγκαία τη συστηματοποίηση των τεχνικών. Απλά και σαφή πρωτόκολλα, δύο ή τρεις βασικοί κανόνες που εφαρμόζονται με συνέπεια, μπορούν να μειώσουν τα λάθη και να εξασφαλίσουν ομοιομορφία στο αποτέλεσμα. Η κατεύθυνση της τελευταίας τομής σε συνέχεια των προηγούμενων, ώστε να ακολουθείται η φυσική ροή του χυμού, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα πρακτικής που συνδυάζει απλότητα και επιστημονική λογική.
Συνοψίζοντας, το μήνυμα που αναδύεται είναι σαφές: το κλάδεμα δεν είναι απλώς μια ετήσια εργασία ρύθμισης παραγωγής, αλλά στρατηγική επένδυση δεκαετιών. Η μετάβαση από το επιθετικό, διορθωτικό κλάδεμα σε ένα σύστημα που σέβεται τη φυσιολογία της αμπέλου αντανακλά μια ευρύτερη αλλαγή νοοτροπίας. Στόχος δεν είναι μόνο η βραχυπρόθεσμη απόδοση, αλλά η διατήρηση ενός υγιούς, λειτουργικού αμπελώνα που μπορεί να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της κλιματικής πίεσης και της αγοράς, εξασφαλίζοντας παράλληλα σταθερή ποιότητα και οικονομική βιωσιμότητα.
























