Κανείς άλλωστε δεν αµφισβητεί ότι ο εγχώριος αµπελοοινικός τοµέας είναι από τους πιο κατακερµατισµένους επιχειρηµατικά. Στη χώρα λειτουργούν µεταξύ 1.200 και 1.600 οινοποιητικών µονάδων, ανάλογα µε το αν στην καταγραφή συµπεριληφθούν πολύ µικρά οικογενειακά οινοποιεία και νέες µικροοινοποιήσεις. Ο αριθµός είναι εξαιρετικά υψηλός σε σχέση µε το µέγεθος της χώρας και τον συνολικό όγκο παραγωγής.
Η δοµή της ελληνικής οινοποιίας παραµένει έντονα µικροµεσαία. Η πλειονότητα των επιχειρήσεων είναι οικογενειακές, µε περιορισµένη παραγωγική δυναµικότητα και συχνά µερικώς καθετοποιηµένες, δηλαδή βασίζονται τόσο σε ιδιόκτητους αµπελώνες, όσο και σε συνεργασίες µε αµπελουργούς.
Στον αντίποδα, ένα σχετικά µικρό σύνολο µεσαίων και µεγάλων οινοποιείων συγκεντρώνει δυσανάλογο µερίδιο κύκλου εργασιών, εξαγωγών και κερδοφορίας. Αυτές οι επιχειρήσεις είναι που έχουν επενδύσει συστηµατικά σε branding, σε οίνους ΠΟΠ/ΠΓΕ, σε παλαίωση, σε οινοτουρισµό και σε δίκτυα διανοµής.
Η κερδοφορία, εποµένως, δεν κατανέµεται οµοιόµορφα. Παρότι δεν υπάρχει επίσηµη στατιστική που να αποτυπώνει πόσα οινοποιεία είναι κερδοφόρα, η ανάλυση ισολογισµών και τραπεζικών χαρτοφυλακίων οδηγεί σε µια αρκετά σαφή εικόνα «δύο ταχυτήτων». Ένα ποσοστό περίπου 20% έως 30% του κλάδου εµφανίζει σταθερή λειτουργική κερδοφορία, µε υγιή EBITDA και εξαγωγικό προσανατολισµό. Πρόκειται κυρίως για επώνυµες ετικέτες µε τοποθέτηση στη µεσαία και υψηλή κατηγορία τιµής.
Από εκεί και κάτω εκτείνεται µια µεγάλη «γκρίζα ζώνη» επιχειρήσεων µε οριακά αποτελέσµατα. Πολλά από αυτά τα οινοποιεία µπορεί να εµφανίζουν λογιστικά κέρδη σε καλές χρονιές, αλλά πιέζονται έντονα από το κόστος πρώτης ύλης, το ενεργειακό κόστος, τη χρηµατοδότηση αποθεµάτων παλαίωσης και τις καθυστερήσεις πληρωµών από την εστίαση. Σε αυτή τη ζώνη ανήκει πιθανότατα το 40% έως 50% των µονάδων.
Τέλος, ένα όχι αµελητέο τµήµα της τάξης του 20% έως 30% αντιµετωπίζει συστηµατικά προβλήµατα βιωσιµότητας. Στη λίστα, συνεταιρισµοί µε υψηλό τραπεζικό δανεισµό, µεσαίες µονάδες µε δυσανάλογες επενδύσεις και µικρά οινοποιεία που παραµένουν εξαρτηµένα από το χύµα κρασί και την εγχώρια κατανάλωση.
Ήδη, η κινητικότητα που παρατηρείται προοιωνίζει ζ ωηρές ανακατατάξεις κατά το προσεχές διάστηµα, µε ωφεληµένες βέβαια τις επιχειρήσεις που διαθέτουν διορατικότητα, νοικοκυροσύνη και κεφάλαια.
Το εξώφυλλο του WineTrails, που κυκλοφορεί
το Σάββατο 28 Φεβρουαρίου μαζί με την Agrenda

























