Αυξημένες ποσότητες στις δεξαμενές Ιταλίας και Ισπανίας, ενώ η αμπελοοινική παραγωγή της ΕΕ για το 2026/2027 εκτιμάται στα 139,18 εκατ. εκατόλιτρα.
Η σχεδόν αμετάβλητη ευρωπαϊκή παραγωγή κρασιού συνοδεύεται φέτος από μια δυσκολότερη εμπορική εξίσωση. Τα αποθέματα αυξάνονται στην Ιταλία και την Ισπανία, διατηρώντας υψηλές τις διαθέσιμες ποσότητες και περιορίζοντας τις προσδοκίες ότι οι μικρότερες σοδειές σε ορισμένες χώρες θα οδηγήσουν αυτομάτως σε καλύτερες τιμές για τους παραγωγούς.
Ειδικότερα, οι εκτιμήσεις του Οκτωβρίου της Γενικής Διεύθυνσης Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, γνωστής ως DG AGRI, τοποθετούν την αμπελοοινική παραγωγή της ΕΕ για την περίοδο 2026/2027 στα 139,18 εκατ. εκατόλιτρα, κοντά στα επίπεδα της προηγούμενης περιόδου. Πίσω από αυτή τη συνολική σταθερότητα, όμως, καταγράφονται σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ χωρών, τόσο στους όγκους όσο και στις συνθήκες διάθεσης του προϊόντος.
Αυξημένα αποθέματα και στα λευκά κρασιά
Στην Ιταλία, η έκθεση «Cantina Italia» του υπουργείου Γεωργίας καταγράφει στις 30 Σεπτεμβρίου 2026 αποθέματα οίνου 41,04 εκατ. εκατόλιτρων. Πρόκειται για αύξηση 14,2% σε σύγκριση με την ίδια ημερομηνία του 2025, δηλαδή περίπου 5,09 εκατ. επιπλέον εκατόλιτρα. Αντίθετα, σε σχέση με τις 31 Ιουλίου 2026, οι ποσότητες έχουν μειωθεί κατά 3,5%.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα λευκά κρασιά. Τα αποθέματα λευκών οίνων Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης αυξήθηκαν κατά 23,7% σε ετήσια βάση, ενώ στους λευκούς οίνους Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης η άνοδος έφθασε το 34%. Η αύξηση των αποθηκευμένων ποσοτήτων, επομένως, αφορά και κατηγορίες πέρα από τα ερυθρά.
Χρειάζεται, πάντως, προσοχή στην ερμηνεία των μεγεθών. Στα αποθέματα περιλαμβάνονται και κρασιά που βρίσκονται σε διαδικασία ωρίμανσης ή παλαίωσης, επομένως το σύνολό τους δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αδιάθετο εμπορικό πλεόνασμα.
Στην Ισπανία, σύμφωνα με τη Διεπαγγελματική Οργάνωση Οίνου της χώρας, OIVE, και τα στοιχεία του συστήματος INFOVI, τα αποθέματα οίνου και μη συμπυκνωμένου γλεύκους στις 31 Αυγούστου 2026 έφθαναν τα 40,1 εκατ. εκατόλιτρα. Ήταν αυξημένα κατά 21,9%, ή περίπου 7,2 εκατ. εκατόλιτρα, έναντι της αντίστοιχης ημερομηνίας του 2025.
Η ισπανική εικόνα επηρεάζεται και από τον ιδιαίτερα πρώιμο τρύγο. Ο OIVE επισημαίνει ότι μέρος της αύξησης μπορεί να συνδέεται με την ταχύτερη είσοδο προϊόντος της νέας εσοδείας στις δεξαμενές. Παράλληλα, η εκτιμώμενη εγχώρια κατανάλωση στο δωδεκάμηνο έως τον Αύγουστο υποχώρησε κατά 8,3%, στα 8,9 εκατ. εκατόλιτρα, δείχνοντας ότι η ζήτηση εξακολουθεί να αποτελεί ουσιαστική πρόκληση.
Διαφορετικές προβλέψεις για Ισπανία και Γαλλία
Η Ιταλία παραμένει πρώτη στην ευρωπαϊκή κατάταξη, με προβλεπόμενη παραγωγή 41,12 εκατ. εκατόλιτρων. Ακολουθεί, στην αποτύπωση της DG AGRI, η Ισπανία με 37,6 εκατ. εκατόλιτρα και στη συνέχεια η Γαλλία με 33,86 εκατ. εκατόλιτρα.
Ωστόσο, οι προβλέψεις δεν συγκλίνουν παντού. Οι ισπανικοί αγροδιατροφικοί συνεταιρισμοί εκτιμούν την παραγωγή οίνου και γλεύκους σε περίπου 34 εκατ. εκατόλιτρα. Η απόσταση από την ευρωπαϊκή εκτίμηση είναι σημαντική και επιβάλλει να αντιμετωπίζονται οι αριθμοί ως προσωρινές προβλέψεις, με σαφή αναφορά στον φορέα που τις διατυπώνει.
Στη Γαλλία, η στατιστική υπηρεσία Agreste υπολογίζει την παραγωγή σε 34,9 εκατ. εκατόλιτρα, υψηλότερα από την εκτίμηση της DG AGRI. Η ανοδική αναθεώρηση έναντι του Σεπτεμβρίου συνδέεται κυρίως με καλύτερες από τις αναμενόμενες αποδόσεις στο Λανγκντόκ-Ρουσιγιόν.
Μεγάλες αποκλίσεις στην Ευρώπη, μικρή μεταβολή στην Ελλάδα
Στις υπόλοιπες βασικές παραγωγούς χώρες, η εικόνα παραμένει ανομοιογενής. Στη Γερμανία προβλέπονται 8,03 εκατ. εκατόλιτρα, έναντι 7,55 εκατ. την προηγούμενη χρονιά. Η Πορτογαλία αναμένεται να κινηθεί στα 6,67 εκατ. εκατόλιτρα, από 5,95 εκατ., ενώ η Ρουμανία στα 4,57 εκατ., από 3,45 εκατ.
Αντίθετα, σημαντικές απώλειες προβλέπονται στην Ουγγαρία και την Αυστρία, με τις εκτιμήσεις να διαμορφώνονται σε 1,75 και 1,74 εκατ. εκατόλιτρα αντίστοιχα. Στην αυστριακή περίπτωση, η ξηρασία περιόρισε το μέγεθος των ραγών και την απόδοσή τους σε χυμό, οδηγώντας τον κλάδο σε προσδοκίες για αισθητά μικρότερη συγκομιδή.
Για την Ελλάδα, η πρώτη εκτίμηση του ΥΠΑΑΤ, όπως την παρουσιάζει η ΚΕΟΣΟΕ, διαμορφώνεται σε περίπου 1,67 εκατ. εκατόλιτρα, έναντι περίπου 1,65 εκατ. την προηγούμενη περίοδο. Πρόκειται για μικρή μεταβολή, με την παραγωγή να παραμένει περίπου 7,9% χαμηλότερα από τον μέσο όρο της προηγούμενης πενταετίας.
Πρώιμος τρύγος και επιφυλάξεις για τις τιμές
Κοινό χαρακτηριστικό της χρονιάς υπήρξε η πρωιμότητα. Στο Βένετο ο τρύγος ξεκίνησε κατά κανόνα οκτώ έως δέκα ημέρες νωρίτερα, ενώ σε ισπανικές περιοχές η συγκομιδή άρχισε ήδη από τα τέλη Ιουλίου. Η ζέστη και η διαθεσιμότητα νερού διαμόρφωσαν διαφορετικές συνθήκες από αμπελώνα σε αμπελώνα, επηρεάζοντας τόσο την ποσότητα όσο και τα χαρακτηριστικά των σταφυλιών.
Ο μεσίτης οίνου Federico Repetto επισημαίνει την έντονη ανομοιογένεια της ιταλικής εσοδείας και την ανάγκη προσεκτικής αξιολόγησης κάθε παρτίδας. Αντίστοιχα, οι ισπανικοί συνεταιρισμοί αναφέρουν καλή ποιότητα σταφυλιών, παρά τη μείωση του μεγέθους και του βάρους τους από τις υψηλές θερμοκρασίες.
Εν κατακλείδι, όσον αφορά τους παραγωγούς, αυτή η εικόνα υποδηλώνει ότι η εμπορική πορεία της χρονιάς θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από τον ρυθμό απορρόφησης των διαθέσιμων ποσοτήτων. Όσο τα αποθέματα παραμένουν υψηλά και η ζήτηση υποχωρεί σε σημαντικές αγορές, η μικρότερη συγκομιδή από μόνη της δεν εγγυάται ανάκαμψη των τιμών ή βελτίωση της ρευστότητας των οινοποιείων.
ΠΗΓΗ: ΚΕΟΣΟΕ
























