Σύμφωνα με το WineNews, στις 31 Μαΐου τα αποθέματα κρασιού στην Ιταλία ανέρχονταν σε 49,1 εκατομμύρια εκατόλιτρα, ποσότητα που αντιστοιχεί σε περισσότερο από μία μέση ετήσια παραγωγή. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αρκετές μεγάλες ενώσεις παραγωγών έχουν ήδη εγκρίνει ή βρίσκονται στη διαδικασία έγκρισης χαμηλότερων αποδόσεων σταφυλιών από εκείνες που προβλέπονται στους κανονισμούς παραγωγής τους. Στόχος είναι η καλύτερη διαχείριση της προσφοράς σε μια δύσκολη εμπορική περίοδο και η προστασία της αξίας των προϊόντων σε περιοχές όπου οι τιμές του χύμα κρασιού παρουσιάζουν πτωτική πορεία, ακόμη και σε ορισμένες ζώνες παραγωγής υψηλής ποιότητας.
Στην Τοσκάνη, η ένωση Toscana IGT ζήτησε από την περιφερειακή κυβέρνηση να εγκρίνει μείωση κατά 20% των αποδόσεων για τον τρύγο του 2026. Εφόσον εγκριθεί, η μέγιστη επιτρεπόμενη παραγωγή για τα λευκά κρασιά θα μειωθεί από 170 σε 136 εκατόκιλα ανά εκτάριο και για τα ερυθρά από 160 σε 128 εκατόκιλα ανά εκτάριο. Η πρόταση αυτή αποτελεί ακόμη μία ένδειξη ότι οι μεγάλες οινοπαραγωγικές περιοχές επιδιώκουν να περιορίσουν την εισροή νέου κρασιού σε μια αγορά που ήδη εμφανίζει υπερπροσφορά.
Και άλλες ονομασίες προέλευσης της Τοσκάνης έχουν ήδη κινηθεί προς την ίδια κατεύθυνση. Η ένωση Brunello di Montalcinoαποφάσισε να μειώσει την επιτρεπόμενη απόδοση για το 2026 από 80 σε 70 εκατόκιλα ανά εκτάριο (εξαιρουμένου του πρώτου εκταρίου). Η ένωση Chianti επιβεβαίωσε αίτημα για μείωση κατά 20% σε όλες τις κατηγορίες, ακολουθώντας την ίδια πολιτική που εφαρμόστηκε και για τον τρύγο του 2025, με την τελική έγκριση να εκκρεμεί από την περιφέρεια. Παράλληλα, η ChiantiClassico ζήτησε εκ νέου μείωση κατά 10 εκατόκιλα ανά εκτάριο, περιορίζοντας το ανώτατο όριο από 75 σε 65 εκατόκιλα. Ως εναλλακτική λύση, οι παραγωγοί μπορούν να αποφύγουν τη μείωση της απόδοσης των αμπελώνων εφόσον αποχαρακτηρίσουν ισοδύναμη ποσότητα κρασιού από τις τρεις προηγούμενες εσοδείες.
Δεν ακολουθούν όμως όλες οι ονομασίες προέλευσης της Τοσκάνης την ίδια στρατηγική. Μέχρι στιγμής δεν έχουν ανακοινωθεί μειώσεις αποδόσεων για τα Vino Nobile di Montepulciano και Bolgheri.
Στο Βένετο, η ένωση Valpolicella είχε ήδη εγκρίνει τριετές μέτρο που ξεκίνησε με τον τρύγο του 2025, μειώνοντας την επιτρεπόμενη απόδοση από 120 σε 100 εκατόκιλα ανά εκτάριο, ενώ τα επιπλέον 20 κεντνέρια οδηγούνται σε αποθεματοποίηση. Η ονομασία Pinot Grigio delle Venezie, η μεγαλύτερη λευκή οινική ζώνη της Ιταλίας με περίπου 27.000 εκτάρια στις περιφέρειες Βένετο, Φριούλι-Βενέτσια Τζούλια και Άλτο Άντιτζε, ενέκρινε επίσης μείωση της απόδοσης για τον τρύγο του 2026 στα 160 εκατόκιλα ανά εκτάριο, με 30 εκατόκιλα να τίθενται σε διοικητική αποθεματοποίηση.
Η ένωση Soave υιοθέτησε νέους κανόνες για τις τρεις επόμενες συγκομιστικές περιόδους, αρχής γενομένης από το 2026. Σύμφωνα με αυτούς, κάθε παραγωγός θα μπορεί να δηλώνει ως DOC μόνο το 50% της επιλέξιμης αμπελουργικής του έκτασης, ενώ παράλληλα μειώνονται και οι επιτρεπόμενες αποδόσεις. Τα νέα όρια διαμορφώνονται στα 135 εκατοκιλα ανά εκτάριο για το Soave και στα 125 για το Soave Classico.
Στο Πιεμόντε, η ένωση Barolo Barbaresco Alba Langhe e Dogliani ενέκρινε μείωση των αποδόσεων κατά 10%, περιορίζοντας την παραγωγή στα 90 εκατόκιλα ανά εκτάριο για τα Langhe Nebbiolo και Barbera d’Alba DOC. Προς το παρόν δεν προβλέπονται αντίστοιχες μειώσεις για το Nebbiolo που προορίζεται για την παραγωγή των Barolo και Barbaresco. Παράλληλα, η ένωση Barbera d’Asti e Vini del Monferrato μείωσε το ανώτατο όριο παραγωγής για το Barbera d’Asti από 90 σε 85 εκατόκιλα ανά εκτάριο και περιόρισε το επιτρεπόμενο πλεόνασμα της παραγωγικής περιόδου από 18 σε 5 εκατόκιλα . Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι κάθε εκτάριο μπορεί πλέον να παράγει το πολύ 90 εκατόκιλα , αντί για τα 118 που επέτρεπαν έως σήμερα οι κανονισμοί.
Οι αποφάσεις αυτές αντικατοπτρίζουν μια ευρύτερη προσπάθεια των ιταλικών οινοπαραγωγικών περιοχών να επαναφέρουν την ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, έπειτα από μια παρατεταμένη περίοδο πιέσεων στην αγορά. Για τους παραγωγούς ποτών και τους αγοραστές, τα μέτρα αυτά ενδέχεται να έχουν συνέπειες που υπερβαίνουν τη διαχείριση των αμπελώνων. Οι χαμηλότερες αποδόσεις και οι μεγαλύτερες ποσότητες κρασιού που θα παραμείνουν σε αποθεματοποίηση μπορούν να στηρίξουν τις τιμές τόσο των εμφιαλωμένων όσο και των χύμα οίνων, εφόσον η ζήτηση συνεχίσει να παραμένει ασθενής, επηρεάζοντας παράλληλα τις στρατηγικές προμήθειας εισαγωγέων, διανομέων και προγραμμάτων ιδιωτικής ετικέτας που βασίζονται στη σταθερή διαθεσιμότητα κρασιών από τις σημαντικότερες ιταλικές οινικές ζώνες.
























