Έρευνα σε αμπελώνες του Château Lafite Rothschild καταγράφει διαφορές στην ανάπτυξη των σταφυλιών και στη συμπεριφορά τους απέναντι στον μύκητα. Τι δείχνουν τα ευρήματα και γιατί χρειάζεται προσοχή στην ερμηνεία τους.
Πιο συγκεκριμένα, μπορούν τα βιοδυναμικά σκευάσματα να επηρεάσουν με μετρήσιμο τρόπο το σταφύλι; Έρευνα στο Château Lafite Rothschild προσθέτει στοιχεία σε ένα ερώτημα που απασχολεί επί χρόνια τον αμπελοοινικό κόσμο. Το εύρημα που ξεχωρίζει αφορά τον βοτρύτη: σε εργαστηριακή δοκιμή, προσβλήθηκε το 69% των ρωγών από πρέμνα που δέχονταν βιοδυναμικά σκευάσματα, έναντι 89% στην ομάδα της βιολογικής καλλιέργειας χωρίς αυτές τις εφαρμογές.
Η διαφορά των 20 ποσοστιαίων μονάδων έχει ενδιαφέρον, αλλά αφορά συγκεκριμένες πειραματικές συνθήκες. Δεν αποτελεί μέτρηση απωλειών στον αμπελώνα ούτε αρκεί για να αποδείξει γενική υπεροχή της βιοδυναμικής.
Από την καλλιεργητική πεποίθηση στην έρευνα
Πίσω από την εργασία βρίσκεται η Manuela Brando de Lachapelle, η οποία συνδυάζει την ερευνητική της δραστηριότητα με θέση στον τομέα έρευνας και ανάπτυξης των Domaines Barons de Rothschild Lafite. Η διδακτορική της έρευνα εξετάζει τόσο τις αντιλήψεις των επαγγελματιών για τη βιοδυναμική όσο και τις επιδράσεις των σκευασμάτων στην άμπελο και στον καρπό.
Όπως εξηγεί η ίδια σε συνέντευξή της στον όμιλο, αφετηρία υπήρξε και το ενδιαφέρον για τον τρόπο με τον οποίο αλλάζουν οι καλλιεργητικές πρακτικές. Οι δοκιμές στο Lafite, που ξεκίνησαν το 2017, έφεραν στην επιφάνεια διαφορετικές στάσεις, προσδοκίες και αντιστάσεις μέσα στις ομάδες των αμπελώνων.
Το βιολογικό σκέλος θέτει ένα στενότερο, ελέγξιμο ερώτημα: τι αλλάζει όταν προστίθενται συγκεκριμένα βιοδυναμικά σκευάσματα σε μια ήδη βιολογική καλλιέργεια; Δεν επιχειρεί να επιβεβαιώσει συνολικά τη φιλοσοφία της βιοδυναμικής ή όλες τις πρακτικές που τη συνοδεύουν.
Τρεις εσοδείες υπό παρακολούθηση
Το ερευνητικό πρόγραμμα κάλυψε τις εσοδείες 2022, 2023 και 2024. Σύμφωνα με την παρουσίασή του σε επιστημονικό συνέδριο, περιλάμβανε οκτώ πειραματικές ενότητες: τέσσερις με βιοδυναμικές εφαρμογές από το 2017 και τέσσερις χωρίς αυτές.
Μάλιστα, η παρακολούθηση συνδύασε παρατηρήσεις στον αμπελώνα, βιοχημικές αναλύσεις και μικροσκοπικές εξετάσεις. Οι ερευνητές μελέτησαν, μεταξύ άλλων, την ανάπτυξη των βλαστών, τη φυλλική επιφάνεια, την υδατική κατάσταση των πρέμνων, την καρπόδεση και το βάρος των σταφυλιών. Σκοπός ήταν να εξεταστεί η συμπεριφορά του φυτού από διαφορετικές πλευρές, λαμβάνοντας υπόψη και τις διαφορές μεταξύ των χρονιών.
Το εύρημα του εργαστηρίου και τα όριά του
Η δημοσίευση στο επιστημονικό περιοδικό Organic Agriculture καταγράφει μικρότερες ρώγες και αλλαγές στη δομή και στη σύνθεση του φλοιού. Ωστόσο, οι μετρήσεις της μηχανικής σκληρότητας δεν έδειξαν στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο μεταχειρίσεων.
Η δοκιμή για τον βοτρύτη αφορούσε αποκλειστικά σταφύλια του 2024, με παρακολούθηση επί 23 ημέρες μετά τη δειγματοληψία. Επιπλέον, το πείραμα δεν ήταν πλήρως τυχαιοποιημένο, ενώ χρησιμοποιήθηκε εντατικό πρόγραμμα εφαρμογών. Οι συγγραφείς υπογραμμίζουν την ανάγκη επαλήθευσης σε άλλες συνθήκες.
Εν κατακλείδι, όσον αφορά τον αμπελουργό, το ουσιαστικό επόμενο ερώτημα είναι πρακτικό: μπορεί αυτή η διαφορά να επαναληφθεί στο χωράφι και να μεταφραστεί σε αξιοποιήσιμο όφελος; Η απάντηση απαιτεί πρόσθετες δοκιμές, μαζί με αξιολόγηση του κόστους και της εργασίας. Προς το παρόν, η έρευνα προσφέρει μια συγκεκριμένη αφετηρία για διερεύνηση, χωρίς να δίνει μια καθολική καλλιεργητική συνταγή.
























