Με τη σεζόν να μην έχει ολοκληρωθεί, οι οινοποιητικές μονάδες αφήνουν σιγά – σιγά πίσω τους ένα μάλλον δύσκολο καλοκαίρι, στη διάρκεια του οποίου η ζήτηση για το εμφιαλωμένο κρασί ποιότητας κατέγραψε αξιοσημείωτη κάμψη, ειδικά στη μεσαία κατηγορία, όπου εντοπίζεται και ο κύριος όγκος της κατανάλωσης.
Οι χαμηλές θερμοκρασίες στην αρχή του καλοκαιριού καθυστέρησαν την έναρξη της τουριστικής περιόδου, ο πόλεμος στον κόλπο δυσκόλεψε κάπως τις μετακινήσεις, η οικονομική καχεξία της μεσαίας τάξης περιόρισε το διαθέσιμο εισόδημα και των τουριστών, το καλό κρασί μοιάζει να είναι ένα από τα πρώτα θύματα αυτής της κατάστασης.
Σημειωτέον ότι τα τελευταία χρόνια το κρασί διεθνώς δείχνει να δέχεται έντονη πολεμική από τους αυτόκλητους υπερασπιστές της «υγιεινής διατροφής» και τους επίδοξους διαμορφωτές των καταναλωτικών τάσεων, κυρίως μέσω του διαδικτύου. Ειδικότερα στην Ελλάδα, έναν ρόλο έχουν παίξει και τα μέτρα αστυνόμευσης αναφορικά με την κατανάλωση αλκοόλ από τους οδηγούς.
Τέλος το μεγαλύτερο πρόβλημα για την εξέλιξη της εγχώριας κατανάλωσης στο κρασί φαίνεται να είναι η διαδικασία τιμολόγησης των κρασιών που εφαρμόζεται από τον κλάδο της εστίασης, σε συνδυασμό πάντα με την τιμολογιακή πολιτική που ακολουθούν οι διάφοροι μεσάζοντες και τα μεγάλα δίκτυα διανομής του κρασιού.
Πάντως, το τρεις φορές πάνω στην τιμή αγοράς της φιάλης που ακολουθεί κατά κόρον ο κλάδος της εστίασης και κυρίως τα εστιατόρια που έχουν επενδύσει τα τελευταία χρόνια στο κρασί, μοιάζει να είναι αυτή τη στιγμή το μεγάλο αγκάθι, για την κατανάλωση του κρασιού και την περαιτέρω εξοικείωση μιας μεγαλύτερης μερίδας καταναλωτών με τους ποικιλιακούς οίνους αναγνωρισμένης ποιότητας.
Στο πεδίο της αμπελοκαλλιέργειας, σε γενικές γραμμές θα μπορούσε να πει κανείς ότι τα πράγματα πήγαν καλά, εκεί όπου δεν υπήρξαν ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως ο παγετός της άνοιξης και οι χαλαζοπτώσεις των καλοκαιρινών μηνών. Με άλλα λόγια, οι θερμοκρασίες που επικράτησαν καθ’ όλη τη διάρκεια της παραγωγικής περιόδου της αμπέλου, μάλλον θα πρέπει να θεωρηθούν φυσιολογικές, ενώ οι καλές βροχές στο πρώτο μισό της χρονιάς, ωφέλησαν σε σημαντικό βαθμό της ανάπτυξη των αμπελιών.
Ωστόσο, κρίσιμα θέματα έως και μεγάλες καταστροφές αντιμετώπισαν συγκεκριμένες περιοχές. Η αρχή έγινε από τον εκτεταμένο παγετό της 3ης και 4ης Μαίου σε Νεμέα και Μαντινεία. Η αίσθηση που υπάρχει μέχρι σήμερα, χωρίς να είναι γνωστά τα στοιχεία των επίσημων εκθέσεων του ΕΛΓΑ, είναι ότι η φετινή παραγωγή στις περιοχές που επλήγησαν σφόδρα από τον παγετό έχει περιορισθεί περίπου στο 1/3 μια φυσιολογικής χρονιάς. Αυτό σημαίνει ότι στις δύο αυτές περιοχές, η διαθέσιμη παραγωγή σταφυλιών οινοποιητικής κατεύθυνσης, πιθανότατα θα περιορισθεί στα μισά μιας κανονικής χρονιάς. Έτσι, ανεξάρτητα από τις αναπλήρωση εισοδήματος που θα έχουν οι παραγωγοί με τις αποζημιώσεις του ΕΛΓΑ, είναι βέβαιο ότι θα λείψουν σταφύλια από την αγορά και δη ποικιλίες όπως το Αγιωργήτικο και το Μοσχοφίλερο, που στηρίζουν αντίστοιχα την παραγωγή ΠΟΠ κρασιών των αντίστοιχων περιοχών.
Πολύ μικρότερης σημασίας ζήτημα βέβαια, φαίνεται να έχει δημιουργηθεί από την έντονη χαλαζόπτωση στην αμπελουργική ζώνη του Τυρνάβου, η οποία ωστόσο αφορά συγκεκριμένες υποζώνες, όπως π.χ. το Δαμάσι και δεν δημιουργεί ανάλογα θέματα προσφοράς πρώτης ύλης για την κάλυψη των αναγκών των οινοποιείων της περιοχής.
Τέλος κάποια σοβαρά θέματα ασθενειών της αμπέλου όπως ο περονόσπορος, το ωίδιο κ.α. αντιμετώπισαν συγκεκριμένες περιοχές, όπως η Καβάλα και κάποιες από τις αμπελουργικές ζώνες της Κρήτης. Ωστόσο, είναι δύσκολο σ’ αυτή τη φάση να εκτιμηθεί το έλλειμμα πρώτης ύλης που θα προκύψει εξαιτίας αυτού του λόγου.
Για την πλευρά των αμπελουργών, βαρύνουσα σημασία έχει επίσης για φέτος η περαιτέρω επιβάρυνση σε πολλά από τα κόστη παραγωγής, ως αποτέλεσμα της αναστάτωσης που επέφερε η κρίση του Κόλπου στα κόστη ενέργειας (πετρέλαιο, ρεύμα), όπως επίσης και στα κόστη άρδευσης, λιπασμάτων, προϊόντων φυτοπροστασίας και μηχανημάτων.
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, οι δύο πλευρές καλούνται να βρουν τη δέουσα ισορροπία, κάτι το οποίο δεν είναι βέβαια εύκολο. Αναμφίβολα, το πάνω χέρι έχουν για μια ακόμη φορά τα οινοποιεία και δη οι μεγάλες οινοποιητικές επιχειρήσεις. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα, η μείωση της παραγωγής κρασιών ή και αποσταγμάτων για τη νέα χρονιά, μοιάζει να είναι το «χαρτί» που έχουν στα χέρια τους οι οινοποιοί, αφενός για να προστατευθούν από πιθανά αποθέματα, όσο η αγορά δείχνει υποτονική αλλά και για να μην ενδώσουν στις απαιτήσεις των «ελεύθερων αμπελουργών» για καλύτερη τιμή.
Σε κάθε περίπτωση, η «μάχη» γύρω από το ζήτημα της τιμής θα είναι σκληρή, ειδικά στις περιοχές όπου η παραγωγή δεν αντιμετώπισε κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα και η ζήτηση για οινοποιήσιμα σταφύλια εν όψει της νέας χρονιάς δεν μοιάζει ιδιαίτερα ζωηρή.
«Αρνητική παράμετρο» στην ανάπτυξη του αμπελοοινικού κλάδου, αναμένεται να αποτελέσει άλλη μια φορά το η παραγωγή ανώνυμου κρασιού χαμηλής προστιθέμενης αξίας το οποίο διακινείται στις γνωστές συσκευασίας ασκού και δεν αφήνει περιθώρια αναβάθμισης της θέσης τους στην αγορά ούτε για τους αμπελουργούς ούτε για οινοποιεία. Ο ασκός και το χύμα κρασί μοιάζει να είναι το διαπραγματευτικό ατού πολλών οινοποιείων για πίεση στους αμπελουργούς την ώρα του τρύγου, ενώ την ίδια στιγμή, πολλοί αμπελώνες δείχνουν να μοντάρονται ακριβώς σ’ αυτή την προοπτική, δηλαδή των μεγάλων στρεμματικών αποδόσεων που θα μπορούν να σταθούν ακόμα και με χαμηλές τιμές στο σταφύλι. Βεβαίως, όλο αυτό, δημιουργεί μια σύγχυση στην αγορά, δεν αφήνει περιθώρια να ξεχωρίζει το καλό από το κακό, δεν διευκολύνει την ανασυγκρότηση του ελληνικού αμπελώνα στην κατεύθυνση της ποιοτικής αναβάθμισης και της παραγωγής προϊόντων υπεραξίας.
Αντίθετα, σε περιοχές με τεράστια ζήτηση και με περιορισμένη προσφορά, όπως π.χ. η Σαντορίνη, καθώς το Ασύρτικο Σαντορίνης κάνει διεθνή καριέρα, ενώ ο αμπελώνας του νησιού έχει συρρικνωθεί και οι αποδόσεις μειώνονται (ακόμα και λόγω του κλίματος), οι τιμές παραγωγού δείχνουν να πιάνουν και πάλι δυσθεώρητα ύψη.
Σοβαρή άνοδο τιμής αναμένεται να δει φέτος και το Μοσχοφίλερο της Μαντινείας, καθώς η ποικιλία φαίνεται να έχει ξεκινήσει μια δεύτερη καριέρα οι ανάγκες των οινοποιητικών μονάδων της περιοχής είναι δεδομένες και η διαθέσιμη παραγωγή σταφυλιών πολύ χαμηλή, εξαιτίας του παγετού της 4ης Μαίου που προαναφέρθηκε.
Σε γενικές γραμμές και πάλι, αυτό που φαίνεται καθαρά, είναι μια σημαντική μείωση της ζήτησης για ερυθρές ποικιλίες, μια εκλογίκευση της ζήτησης για λευκές και μια διατήρηση ή και αύξηση της ζήτησης για εγχώριες ποικιλίες που διαπρέπουν, ιδίως στο εξωτερικό, όπως είναι το Ασύρτικο και το Μοσχοφίλερο και σε δεύτερο λόγο το Ξινόμαυρο και το Μαυροτράγανο.
Σε κάθε περίπτωση τον τόνο θα δώσουν για μια ακόμη χρονιά οι μεγάλες οινοποιητικές επιχειρήσεις και ιδίως εκείνες των οποίων η παραγωγή είναι πολλαπλάσια των αμπελώνων που διαθέτουν. Άλλωστε, αν κάτι έδειξε και το φετινό καλοκαίρι, είναι ότι τα καθιερωμένα επώνυμα κρασιά των καταξιωμένων στη συνείδηση του καταναλωτικού κοινού οινοποιείων, μάλλον κερδίζουν έδαφος, ακόμα και σε δύσκολες εποχές. Οι ώριμοι καταναλωτές που συνήθως διαθέτουν και το απαιτούμενο βαλάντιο, συνήθως κινούνται στο δρόμο της ασφάλειας που τους παρέχει μια κατοχυρωμένη ετικέτα. Αντίθετα, οι πειραματισμοί σε νέες και λιγότερο γνωστές προτάσεις έρχονται από τους νέους καταναλωτές, η οικονομική θέση των οποίων δεν αφήνει συνήθως πολλά περιθώρια για επαναλαμβανόμενο ρίσκο.
























