Η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία σχηματίζουν κοινό μέτωπο απέναντι στις Βρυξέλλες, ζητώντας να διατηρηθεί ακέραιη η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση του αμπελοοινικού τομέα στη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική. Το μήνυμα των εκπροσώπων τους είναι σαφές: σε μια περίοδο κατά την οποία η κατανάλωση υποχωρεί, το κόστος παραγωγής αυξάνεται και η κλιματική αβεβαιότητα δοκιμάζει τις σοδειές, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να αποσύρει το οικονομικό δίχτυ προστασίας από έναν από τους σημαντικότερους αγροτικούς κλάδους της.
Πιο συγκεκριμένα, η κοινή θέση διατυπώθηκε κατά την ετήσια συνάντηση της Ομάδας Επαφής των αμπελοοινικών οργανώσεων των τριών χωρών, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 30 Ιουνίου και την 1η Ιουλίου στο Ιρουλεγκί της νοτιοδυτικής Γαλλίας. Οι οργανώσεις κάλεσαν τις εθνικές κυβερνήσεις και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να τοποθετήσουν τη στήριξη του κρασιού ψηλά στις προτεραιότητες των επόμενων δημοσιονομικών και πολιτικών αποφάσεων.
Ένας αμπελώνας που πιέζεται από πολλές πλευρές
Η ανησυχία δεν περιορίζεται σε έναν μόνο παράγοντα. Οι αμπελουργοί και τα οινοποιεία της Ευρώπης βρίσκονται αντιμέτωποι με μια ταυτόχρονη συσσώρευση πιέσεων: ακραία καιρικά φαινόμενα, ασταθείς αποδόσεις, αυξημένο ενεργειακό και εργατικό κόστος, πτώση της κατανάλωσης σε ώριμες αγορές και μεγαλύτερη αβεβαιότητα στις εξαγωγές.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι εκπρόσωποι της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Ισπανίας θεωρούν ότι η Κοινή Αγροτική Πολιτική παραμένει το βασικό εργαλείο για τη χρηματοδότηση της προσαρμογής των αμπελώνων και τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων.
Παράλληλα, οι πόροι αυτοί δεν αφορούν μόνο άμεσες ενισχύσεις. Χρηματοδοτούν αναδιαρθρώσεις αμπελώνων, επενδύσεις σε εξοπλισμό και τεχνολογία, δράσεις προώθησης σε διεθνείς αγορές, περιβαλλοντικές παρεμβάσεις και εργαλεία διαχείρισης κρίσεων.
Το μέγεθος του διακυβεύματος είναι σημαντικό. Η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει η μεγαλύτερη οινοπαραγωγική δύναμη παγκοσμίως, με μέση ετήσια παραγωγή 157 εκατ. εκατόλιτρων την περίοδο 2020-2025. Αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 60% της παγκόσμιας παραγωγής, ενώ οι ευρωπαϊκές εξαγωγές κρασιού αντιστοιχούν περίπου στα δύο τρίτα της συνολικής αξίας του παγκόσμιου εμπορίου.
Ο φόβος μιας Ευρώπης δύο ταχυτήτων
Το πιο κρίσιμο σημείο της κοινής παρέμβασης αφορά την πρόταση να περάσει μέρος της δημόσιας χρηματοδότησης από τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό στους εθνικούς προϋπολογισμούς.
Μέχρι σήμερα, οι παρεμβάσεις για το κρασί χρηματοδοτούνται μέσα από ένα κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο. Οι οργανώσεις απορρίπτουν την πιθανότητα να υποχρεωθούν τα κράτη μέλη να καλύπτουν μέρος των ενισχύσεων με δικούς τους πόρους, υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια αλλαγή θα ευνοούσε τις χώρες με μεγαλύτερη δημοσιονομική δυνατότητα.
Ένας παραγωγός σε ένα οικονομικά ισχυρό κράτος θα μπορούσε έτσι να έχει πρόσβαση σε υψηλότερη στήριξη από έναν συνάδελφό του σε μια χώρα με περιορισμένο εθνικό προϋπολογισμό. Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με τις οργανώσεις, θα ήταν η εμφάνιση διαφορετικών επιπέδων ενίσχυσης, η στρέβλωση του ανταγωνισμού και η σταδιακή αποδυνάμωση της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς κρασιού.
Για χώρες όπως η Ελλάδα, η διατήρηση ενός κοινού και πλήρως ευρωπαϊκού συστήματος χρηματοδότησης αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Περιορίζει τον κίνδυνο οι μικρότερες αμπελουργικές οικονομίες να βρεθούν σε μειονεκτική θέση απέναντι σε κράτη που μπορούν να διοχετεύσουν πολύ μεγαλύτερα εθνικά κονδύλια στον κλάδο.
Το νέο ευρωπαϊκό πακέτο πρέπει να εφαρμοστεί άμεσα
Οι οργανώσεις εξέφρασαν παράλληλα τη στήριξή τους στο νέο ευρωπαϊκό νομοθετικό πλαίσιο για το κρασί και στο έργο του Επιτρόπου Γεωργίας και Τροφίμων, Κριστόφ Χάνσεν.
Εν συνεχεία, το νέο «πακέτο για τον οίνο» εγκρίθηκε τον Φεβρουάριο του 2026 και τέθηκε σε ισχύ στις 18 Μαρτίου. Περιλαμβάνει μέτρα για την καλύτερη ισορροπία μεταξύ παραγωγής και ζήτησης, την αντιμετώπιση των πλεονασμάτων, την ενίσχυση της προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή και την απλοποίηση των κανόνων επισήμανσης.
Μεταξύ άλλων, προβλέπει δυνατότητα ευρωπαϊκής χρηματοδότησης έως και 80% για επιλέξιμες επενδύσεις που σχετίζονται με την κλιματική προσαρμογή, μεγαλύτερη ευελιξία στη διαχείριση των φυτεύσεων, στήριξη του οινοτουρισμού και σαφέστερους κανόνες για τα κρασιά μειωμένης ή μηδενικής περιεκτικότητας σε αλκοόλ.
Το αίτημα των παραγωγικών οργανώσεων είναι τα μέτρα αυτά να εφαρμοστούν χωρίς καθυστερήσεις και να ενσωματωθούν πλήρως στην επόμενη ΚΑΠ, αντί να αναζητηθούν νέες λύσεις πριν αξιοποιηθούν τα εργαλεία που έχουν ήδη εγκριθεί.
Ο κίνδυνος ενός κενού χρηματοδότησης το 2028
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η μετάβαση στο επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την περίοδο 2028-2034.
Τα υφιστάμενα Εθνικά Στρατηγικά Σχέδια της ΚΑΠ λήγουν το 2027. Ωστόσο, οι προσκλήσεις για αρκετές επενδυτικές παρεμβάσεις πρέπει να δημοσιεύονται έναν ή ακόμη και δύο χρόνια πριν από την πραγματοποίηση των πληρωμών. Χωρίς έγκαιρες μεταβατικές διατάξεις, υπάρχει ορατός κίνδυνος το 2028 να εξελιχθεί σε «κενό έτος», κατά το οποίο δεν θα μπορούν να προκηρυχθούν ή να καταβληθούν εγκαίρως ενισχύσεις για τον αμπελοοινικό τομέα.
Το ζήτημα έχει ήδη τεθεί επισήμως στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με κράτη μέλη να ζητούν από την Επιτροπή να παρουσιάσει μεταβατικό πλαίσιο πριν από το τέλος του 2026, ώστε να συνεχιστούν απρόσκοπτα οι τομεακές παρεμβάσεις.
Το κρασί ως οικονομία πολιτισμός και ύπαιθρος
Η κοινή δήλωση δεν παρουσιάζει τη χρηματοδότηση του κρασιού ως μια στενά αγροτική υπόθεση. Ο ευρωπαϊκός αμπελώνας συνδέεται με χιλιάδες θέσεις εργασίας, την οικονομική επιβίωση απομακρυσμένων περιοχών, τον τουρισμό, την προστασία των τοπίων και τη διατήρηση μιας πολιτιστικής κληρονομιάς αιώνων.
Το 88% των αμπελώνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνδέεται με γεωγραφικές ενδείξεις, γεγονός που αποτυπώνει πόσο στενά η παραγωγή κρασιού είναι δεμένη με συγκεκριμένους τόπους, κοινότητες και παραδόσεις.
Οι οργανώσεις δηλώνουν ότι αναγνωρίζουν την ανάγκη αποτελεσματικής αντιμετώπισης της κατάχρησης αλκοόλ. Ζητούν, όμως, η πολιτική δημόσιας υγείας να διαχωρίζει την υπερβολική κατανάλωση από την υπεύθυνη παρουσία του κρασιού στη διατροφή και στον ευρωπαϊκό πολιτισμό.
Εν κατακλείδι, η παρέμβαση της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Ισπανίας έρχεται επομένως ως προειδοποίηση πριν από τις κρίσιμες αποφάσεις για τον επόμενο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό. Για τον αμπελοοινικό κόσμο, το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα χρήματα θα διατεθούν, αλλά εάν η Ευρώπη θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει τον αμπελώνα ως κοινό στρατηγικό κεφάλαιο ή θα αφήσει την προστασία του να εξαρτάται από τις οικονομικές δυνατότητες κάθε κράτους.
























