Η κίνηση αφορά κυρίως διπλωμάτες και περιορισμένο αριθμό ξένων επαγγελματιών με υψηλή καθαρή περιουσία, σηματοδοτώντας μια προσεκτική αναπροσαρμογή πολιτικής σε ένα από τα πιο συντηρητικά θεσμικά περιβάλλοντα παγκοσμίως.
Ειδικότερα, το πρώτο κατάστημα με σχετική άδεια λειτουργεί από τον Ιανουάριο του 2024 στη διπλωματική συνοικία του Ριάντ. Αρχικά, πρόσβαση είχαν αποκλειστικά μη μουσουλμάνοι διπλωμάτες, οι οποίοι μπορούσαν να προμηθευτούν μπύρα, κρασί και οινοπνευματώδη ποτά υπό αυστηρούς ποσοτικούς και διαδικαστικούς περιορισμούς. Τους τελευταίους μήνες, ωστόσο, η δυνατότητα αγοράς επεκτάθηκε σε αλλοδαπούς κατοίκους που διαθέτουν την ειδική «premium residency», καθεστώς μόνιμης διαμονής που θεσπίστηκε το 2019 με στόχο την προσέλκυση επενδυτών, εξειδικευμένων στελεχών και διεθνών επιχειρηματιών.
Σύμφωνα με πληροφορίες που μετέδωσε το Bloomberg και άλλα διεθνή μέσα, οι ενδιαφερόμενοι οφείλουν να αποδείξουν ότι δεν είναι μουσουλμάνοι, να κατέχουν το συγκεκριμένο καθεστώς διαμονής και να τεκμηριώνουν υψηλό μηνιαίο εισόδημα, το οποίο φέρεται να προσεγγίζει τις 50.000 ριάλ (περίπου 13.300 δολάρια). Η διαδικασία ελέγχεται αυστηρά, ενώ οι χώροι λειτουργούν χωρίς διακριτική σήμανση, με ελέγχους καταλληλότητας στην είσοδο και απαγόρευση χρήσης κινητών τηλεφώνων ή λήψης φωτογραφιών.
Παρά το γεγονός ότι δεν έχει υπάρξει επίσημη ανακοίνωση για την επέκταση του μέτρου, η εξέλιξη εντάσσεται στο ευρύτερο μεταρρυθμιστικό πλαίσιο που προωθεί ο πρίγκιπας διάδοχος Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν. Στο πλαίσιο του στρατηγικού σχεδίου «Vision 2030», η χώρα επιχειρεί να διαφοροποιήσει την οικονομία της, να περιορίσει την εξάρτηση από τα έσοδα του πετρελαίου και να ενισχύσει την ελκυστικότητά της προς διεθνείς επενδυτές και στελέχη υψηλής εξειδίκευσης.
Μάλιστα, αξίζει να σημειωθεί πως οι μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών, από την άρση της απαγόρευσης οδήγησης για τις γυναίκες έως τη φιλοξενία μεγάλων αθλητικών και πολιτιστικών διοργανώσεων αποτυπώνουν μια σταδιακή αναδιαμόρφωση της δημόσιας εικόνας της χώρας. Η μερική χαλάρωση των περιορισμών στο αλκοόλ ενισχύει αυτή τη στρατηγική, ιδίως καθώς το βασίλειο επενδύει δυναμικά στον διεθνή τουρισμό, την ψυχαγωγία και τα μεγάλα έργα υποδομής.
Ωστόσο, η πρόσβαση παραμένει αυστηρά ελεγχόμενη και περιορισμένη σε μια μικρή, οικονομικά ισχυρή ομάδα αλλοδαπών. Η κατανάλωση αλκοόλ για τους Σαουδάραβες πολίτες εξακολουθεί να απαγορεύεται, ενώ οι κοινωνικοί και θρησκευτικοί κανόνες που διέπουν τη δημόσια ζωή δεν έχουν μεταβληθεί. Μέχρι πρόσφατα, ακόμη και οι διπλωμάτες προμηθεύονταν αλκοόλ μέσω ιδιωτικών εισαγωγών ή, ανεπίσημα, μέσω της μαύρης αγοράς.
Τέλος, το νέο καθεστώς, επομένως, δεν συνιστά πλήρη φιλελευθεροποίηση αλλά στοχευμένη εξαίρεση. Πρόκειται για ένα προσεκτικό βήμα οικονομικού ανοίγματος, σχεδιασμένο ώστε να εξυπηρετεί επενδυτικούς και αναπτυξιακούς στόχους χωρίς να διαταράσσει το κοινωνικό ισοζύγιο. Το κατά πόσο η πρωτοβουλία θα επεκταθεί στο μέλλον ή θα παραμείνει μια ελεγχόμενη νησίδα εξαίρεσης, μένει να αποσαφηνιστεί από τις επόμενες κινήσεις της κυβέρνησης.

























