Οι νέες ποικιλίες, Florisia, Elaris, Orellis, Damona, Valpesia, Dioniso και Taranis, χωρίζονται σε τέσσερις λευκές και τρεις ερυθρές και είναι το αποτέλεσμα μιας ερευνητικής συνεργασίας διάρκειας άνω των δεκαπέντε ετών μεταξύ της Agroscope και του γαλλικού ινστιτούτου INRAE. Στόχος του προγράμματος ήταν η δημιουργία ποικιλιών με υψηλή και διαρκή ανθεκτικότητα απέναντι στον περονόσπορο και το ωίδιο, δύο από τις πλέον καταστροφικές ασθένειες των ευρωπαϊκών αμπελώνων.
Για την επίτευξη αυτού του στόχου, οι ερευνητές εφάρμοσαν τη μέθοδο της «γονιδιακής πυραμίδας», συνδυάζοντας τουλάχιστον δύο διαφορετικά γονίδια ανθεκτικότητας σε κάθε νέα ποικιλία. Η προσέγγιση αυτή προσφέρει μεγαλύτερη σταθερότητα και μειώνει τον κίνδυνο απώλειας της αντοχής με την πάροδο του χρόνου. Σύμφωνα με δοκιμές που πραγματοποιήθηκαν σε αμπελώνες της Ελβετίας και της Γαλλίας, οι νέες ποικιλίες μπορούν να περιορίσουν τη χρήση μυκητοκτόνων κατά 80% έως 90%. Παρ’ όλα αυτά, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι παραμένει σκόπιμη η εφαρμογή μίας ή δύο προληπτικών επεμβάσεων ετησίως, τόσο για τη διατήρηση της ανθεκτικότητας όσο και για την αντιμετώπιση δευτερογενών ασθενειών.
Ειδικότερα, πέρα από τον περονόσπορο και το ωίδιο, οι νέες ποικιλίες εμφανίζουν χαμηλή ευαισθησία στη μαύρη σήψη και στον βοτρύτη. Τα γονίδια ανθεκτικότητας προέρχονται από αμερικανικά είδη, όπως τα Vitis rupestris, Vitis aestivalis και Vitis rotundifolia, καθώς και από ασιατικά είδη όπως το Vitis amurensis. Η διαδικασία ανάπτυξης βασίστηκε σε διασταυρώσεις ποικιλιών που επιλέχθηκαν τόσο για τις οινολογικές τους ιδιότητες όσο και για τη φυσική τους ανθεκτικότητα, με αυστηρή αξιολόγηση που ξεκίνησε το 2009. Από χιλιάδες φυτά που προέκυψαν, διατηρήθηκαν μόνο τα πλέον υποσχόμενα.
Παράλληλα, η συγκεκριμένη ερευνητική φιλοσοφία δεν είναι καινούργια για την Agroscope, καθώς έχει ήδη οδηγήσει στη δημιουργία ποικιλιών όπως η Divico, η οποία έχει βρει θέση στους ελβετικούς αμπελώνες. Η επόμενη φάση του έργου αφορά τη διάδοση των νέων ποικιλιών μέσω φυτωρίων, με τα πρώτα σπορόφυτα να αναμένονται διαθέσιμα στους αμπελουργούς το 2029. Μέχρι τότε, η παραγωγή και η αξιολόγηση των πρώτων κρασιών από αυτά τα σταφύλια δεν θα είναι εφικτή.
Τέλος, το πρόγραμμα ανταποκρίνεται στη διαρκώς αυξανόμενη κοινωνική και καταναλωτική απαίτηση για τοπικά, ποιοτικά και περιβαλλοντικά υπεύθυνα προϊόντα, ενώ παράλληλα προσφέρει στον οινικό τομέα ένα ακόμη εργαλείο προσαρμογής στις σύγχρονες περιβαλλοντικές και κανονιστικές πιέσεις. Οι νέες ποικιλίες φιλοδοξούν να διασφαλίσουν την παραγωγή ποιοτικών οίνων με σαφώς μειωμένο περιβαλλοντικό αποτύπωμα, επαναπροσδιορίζοντας τις προοπτικές της ευρωπαϊκής αμπελουργίας τα επόμενα χρόνια.
























