Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΠΟΥ, η αυξημένη αυτή προσβασιμότητα συνδέεται άμεσα με μεγαλύτερη κατανάλωση, η οποία με τη σειρά της επιβαρύνει τη δημόσια υγεία. Περισσότερα περιστατικά μη μεταδοτικών ασθενειών, τραυματισμών και βίας σχετίζονται με την υπερβολική χρήση αλκοόλ, δημιουργώντας ένα διαρκώς αυξανόμενο βάρος για τα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης. Οι εκθέσεις τονίζουν ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο υγειονομικό, αλλά και οικονομικό, καθώς οι δημόσιες δαπάνες για την αντιμετώπιση αυτών των συνεπειών αυξάνονται σε μια περίοδο γενικευμένων δημοσιονομικών πιέσεων.
Σήμερα, 167 χώρες παγκοσμίως εφαρμόζουν κάποια μορφή φόρου στο αλκοόλ. Ωστόσο, ο ΠΟΥ επισημαίνει ότι οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης παραμένουν χαμηλοί σε διεθνές επίπεδο. Κατά μέσο όρο, ο φόρος αντιπροσωπεύει μόλις το 14% της τελικής τιμής της μπύρας και περίπου το 22,5% της τιμής των οινοπνευματωδών ποτών. Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη στην περίπτωση του κρασιού, όπου τουλάχιστον 25 χώρες – κυρίως στην Ευρώπη – δεν επιβάλλουν κανέναν ειδικό φόρο κατανάλωσης, αντιμετωπίζοντάς το ως ένα ιδιαίτερο προϊόν με πολιτιστική και αγροτική σημασία.
Παράλληλα, ένα από τα βασικά συμπεράσματα των εκθέσεων είναι ότι ελάχιστες κυβερνήσεις προσαρμόζουν συστηματικά αυτούς τους φόρους στον πληθωρισμό. Το αποτέλεσμα είναι η σταδιακή μείωση της πραγματικής τιμής του αλκοόλ με την πάροδο του χρόνου. Με απλά λόγια, ακόμη και όταν οι ονομαστικές τιμές παραμένουν σταθερές, το αλκοόλ γίνεται φθηνότερο σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών, ενισχύοντας την κατανάλωση, ιδιαίτερα στις νεότερες ηλικιακές ομάδες.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο ΠΟΥ προωθεί την πρωτοβουλία «3 έως 35», ένα φιλόδοξο σχέδιο που ξεκίνησε το προηγούμενο έτος και στοχεύει στην αύξηση των πραγματικών τιμών του αλκοόλ, του καπνού και των ζαχαρούχων ποτών έως το 2035. Η λογική πίσω από την πρωτοβουλία είναι διπλή. Αφενός, η αύξηση της τιμής λειτουργεί αποτρεπτικά για την επιβλαβή κατανάλωση. Αφετέρου, τα πρόσθετα φορολογικά έσοδα μπορούν να κατευθυνθούν στην ενίσχυση των συστημάτων υγείας, τα οποία σε πολλές χώρες αντιμετωπίζουν σοβαρές ελλείψεις χρηματοδότησης.
Πιο συγκεκριμένα, ο οργανισμός υποστηρίζει ότι οι φόροι στην υγεία αποτελούν ένα από τα πιο αποτελεσματικά εργαλεία πολιτικής. Μελέτες που επικαλείται δείχνουν ότι η αύξηση της φορολογίας στο αλκοόλ οδηγεί σε μείωση της κατανάλωσης, ιδιαίτερα της βαριάς και επικίνδυνης χρήσης, χωρίς να απαιτούνται πολύπλοκοι μηχανισμοί ελέγχου. Παράλληλα, η εμπειρία από χώρες που έχουν εφαρμόσει αυστηρότερα φορολογικά μέτρα δείχνει ότι τα οφέλη για τη δημόσια υγεία είναι μετρήσιμα σε βάθος χρόνου.
Ωστόσο, οι προτάσεις του ΠΟΥ δεν μένουν αναπάντητες. Εκπρόσωποι της βιομηχανίας αλκοόλ, αλλά και κυβερνήσεις χωρών με ισχυρή παραγωγική παράδοση, εκφράζουν ανησυχίες για τις επιπτώσεις στην απασχόληση και την ανταγωνιστικότητα. Ιδιαίτερα στον τομέα του κρασιού, η συζήτηση είναι πιο ευαίσθητη, καθώς το προϊόν συνδέεται στενά με την αγροτική οικονομία, τον τουρισμό και την πολιτιστική ταυτότητα πολλών περιοχών της Ευρώπης.
Παρά τις αντιδράσεις, ο ΠΟΥ επιμένει ότι η φορολόγηση δεν στοχεύει στην απαγόρευση ή την ποινικοποίηση της κατανάλωσης, αλλά στη διαμόρφωση ενός πλαισίου όπου οι τιμές αντανακλούν το πραγματικό κοινωνικό και υγειονομικό κόστος του αλκοόλ. Σε μια περίοδο όπου τα δημόσια συστήματα υγείας δοκιμάζονται από τη γήρανση του πληθυσμού και την αύξηση των χρόνιων παθήσεων, η συζήτηση για τη φορολογία του αλκοόλ αποκτά κεντρική σημασία.
Τέλος, το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι πολιτικό: κατά πόσο οι κυβερνήσεις είναι διατεθειμένες να επανασχεδιάσουν τη φορολογική τους πολιτική, ισορροπώντας ανάμεσα στην οικονομική δραστηριότητα και την προστασία της δημόσιας υγείας. Για τον ΠΟΥ, η απάντηση φαίνεται ξεκάθαρη. Το κόστος της αδράνειας, υποστηρίζει, είναι μεγαλύτερο από το πολιτικό κόστος της δράσης.























