Η έρευνα, που δημοσιεύτηκε στο Nature Communications, βασίστηκε στην ανάλυση DNA από 49 αρχαιολογικά κουκούτσια σταφυλιού τα οποία βρέθηκαν στη σημερινή Γαλλία και καλύπτουν μια τεράστια χρονική περίοδο, από την Εποχή του Χαλκού έως και τον Μεσαίωνα. Μέσα από αυτή τη γενετική χαρτογράφηση, οι ερευνητές επιχείρησαν να κατανοήσουν όχι μόνο το πότε και το πώς εξαπλώθηκε η αμπελουργία, αλλά και με ποιον τρόπο οι ανθρώπινες κοινωνίες διέδιδαν την αμπελουργική γνώση και διαμόρφωναν σταδιακά τις ποικιλίες που έφτασαν έως το σήμερα.
Ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα της μελέτης αφορά τη μετάβαση από τη συλλογή άγριων ή τοπικών σταφυλιών στη συνειδητή καλλιέργεια και αναπαραγωγή συγκεκριμένων φυτών. Οι επιστήμονες εντόπισαν γενετικά πανομοιότυπες ποικιλίες ανάμεσα σε περιοχές όπως ο Άγιος Μαξιμέν και η Μασσαλία, γεγονός που υποδηλώνει ότι ήδη γύρω στο 500 π.Χ. υπήρχε ανταλλαγή φυτικού υλικού και γνώσης μεταξύ παράκτιων εμπορικών κέντρων και αγροτικών περιοχών της ενδοχώρας. Με άλλα λόγια, οι αρχαίοι αμπελουργοί δεν περιορίζονταν στην αξιοποίηση όσων φύτρωναν φυσικά στον τόπο τους, αλλά είχαν αρχίσει να επιλέγουν, να μεταφέρουν και να πολλαπλασιάζουν εκείνα τα φυτά που θεωρούσαν πιο επιθυμητά.
Παράλληλα, η πρακτική αυτή, γνωστή ως φυτικός πολλαπλασιασμός, υπήρξε καθοριστική για την ιστορία του κρασιού. Σε αντίθεση με τον πολλαπλασιασμό μέσω σπόρων, που δεν εξασφαλίζει την ακριβή αναπαραγωγή ενός φυτού, τα μοσχεύματα επιτρέπουν τη δημιουργία γενετικά ίδιων απογόνων. Πρόκειται για μια τεχνική που σήμερα θεωρείται αυτονόητη στην αμπελουργία, καθώς εξασφαλίζει ομοιομορφία, σταθερότητα και διατήρηση των επιθυμητών χαρακτηριστικών μιας ποικιλίας. Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν ήταν σαφές πότε ακριβώς αυτή η γνώση είχε αρχίσει να εφαρμόζεται συστηματικά.
Πιο συγκεκριμένα, η μελέτη δείχνει ότι ήδη από την Εποχή του Σιδήρου ορισμένες γενεαλογικές γραμμές της αμπέλου είχαν διάρκεια αιώνων. Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι δύο μεσαιωνικές ποικιλίες εμφάνισαν γενετικά πανομοιότυπες αντιστοιχίες με σύγχρονες ποικιλίες. Η μία είναι η πορτογαλική Folha de Figueira και η άλλη το Pinot Noir. Στην περίπτωση του Pinot Noir, οι ερευνητές εκτιμούν ότι η μορφή που γνωρίζουμε σήμερα υπήρχε ήδη από τον 15ο αιώνα, κάτι που σημαίνει ότι η ποικιλία έχει διατηρήσει τη γενετική της ταυτότητα για περίπου έξι αιώνες.
Το στοιχείο αυτό προσδίδει ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα στην ιστορική θέση του Pinot Noir. Η ποικιλία δεν αποτελεί απλώς έναν σύγχρονο οινικό θρύλο, αλλά ένα ζωντανό απολίθωμα της ευρωπαϊκής αμπελουργικής ιστορίας. Η παρουσία της ήδη από τον Μεσαίωνα, πέρα από την πιθανή γενέτειρά της στη Βουργουνδία, ενισχύει την εκτίμηση ότι θεωρούνταν από τότε ποικιλία υψηλού κύρους, με ιδιαίτερη αξία για τους οινοποιούς της εποχής.
Βεβαίως, η γενετική ταύτιση ενός αρχαίου κουκουτσιού με μια σύγχρονη ποικιλία δεν σημαίνει ότι το κρασί εκείνης της εποχής ήταν ίδιο με το σημερινό. Οι τεχνικές οινοποίησης, οι συνθήκες καλλιέργειας, οι αποδόσεις, ακόμη και το ίδιο το κλίμα έχουν αλλάξει δραστικά στο πέρασμα των αιώνων. Ωστόσο, το γεγονός ότι ένας τόσο σημαντικός γενετικός πυρήνας επιβίωσε για τόσο μεγάλο διάστημα αποτελεί από μόνο του ένα εύρημα μεγάλης σημασίας.
Πέρα από τη γοητεία που ασκεί η ιδέα ενός Pinot Noir με ρίζες 600 ετών, η μελέτη αναδεικνύει κάτι ακόμη ουσιαστικότερο: ότι η ιστορία του κρασιού είναι άρρηκτα δεμένη με την ιστορία των ανθρώπινων μετακινήσεων, του εμπορίου, της ανταλλαγής τεχνογνωσίας και της τοπικής προσαρμογής. Οι μεγάλοι αμπελώνες δεν γεννήθηκαν μόνο από το έδαφος και το κλίμα, αλλά και από τη διαρκή παρέμβαση, παρατήρηση και επιμονή των κοινωνιών που τους καλλιέργησαν.
Έτσι, κάθε ποτήρι κρασί κουβαλά πολύ περισσότερα από αρώματα και γεύσεις. Κουβαλά μια αλυσίδα αποφάσεων, μεταφορών, επιλογών και επιβιώσεων που ξεκινά από την αρχαιότητα και φτάνει μέχρι το σήμερα. Και στην περίπτωση του Pinot Noir, αυτή η αλυσίδα αποδεικνύεται πολύ πιο μακριά και πολύ πιο συναρπαστική,απ’ όσο φανταζόμασταν.

























