Την εκτίμηση αυτή διατύπωσε ο Wine & Spirit Expert, Στέφανος Κόγιας, σημειώνοντας πως κάθε ποικιλία χρειάζεται τουλάχιστον 25 χρόνια για να αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε τη δυναμική της και με δεδομένο ότι οι περισσότερες γηγενείς ποικιλίες μόλις, πριν λίγες δεκαετίες άρχισαν να απασχολούν τους οινοποιούς και γίνονται περισσότερο γνωστές στο οινόφιλο κοινό, αποκτούν ένα πλεονέκτημα.
«Σε αντίθεση με τις άλλες αναπτυγμένες οινοπαραγωγικές χώρες, όπου οι τοπικές ποικιλίες έχουν εξαντληθεί, σε ένα μεγάλο βαθμό, ως προς το δυναμικό τους, ο ελληνικός αμπελώνας διατηρεί ακόμη αναλλοίωτη την ποικιλομορφία και την αυθεντικότητά του, ενώ η ύπαρξη ΠΟΠ και ΠΓΕ κρασιών, όχι μόνο διασφαλίζει την ποιότητα, αλλά και προστατεύει το μοναδικό γονιδίωμα των γηγενών ποικιλιών», υποστήριξε ο κ. Κόγιας.
Μιλώντας σε εκδήλωση για την προώθηση της υπεύθυνης κατανάλωσης κρασιού, στο πλαίσιο σχετικού προγράμματος που υλοποιείται στην Ελλάδα και στην Πολωνία, από τον ΑΟΣ Τυρνάβου, σε συνεργασία με το Συνεταιρισμό της Αγχιάλου Βόλου και τη συνδρομή της Novacert ο Wine & Spirit Expert, εστίασε σε μια σειρά από ελληνικές ποικιλίες, όπως είναι η Λημνιώνα, το Μοσχάτο Τυρνάβου, το Μπατίκι και άλλες, ώστε να στηρίξει και με απτά επιχειρήματα την άποψή του.

«Η «Λημνιώνα», για παράδειγμα, είναι μία από τις παλαιότερες και πιο αντιπροσωπευτικές ερυθρές ποικιλίες της Θεσσαλίας, την τελευταία δεκαετία έχει αναδειχθεί σε ένα πολύ δυναμικό σύμβολο της ελληνικής οινοποίας. Είναι μια ποικιλία που αναδεικνύει το μέλλον του ελληνικού οίνου, με δυνατότητα εξαγωγής και διεθνούς αναγνώρισης, χάρη στην αυθεντικότητα και την ποικιλομορφία της», τόνισε χαρακτηριστικά.
Στην ίδια λογική μνημόνευσε και την Κυδωνίτσα, μια ανερχόμενη, όπως τη χαρακτήρισε, δύναμη, που δίνει πάρα πολύ ενδιαφέροντα κρασιά, αλλά και πιο γνωστές γηγενείς ποικιλίες με πολύ κρυμμένο δυναμικό, που περιμένει να το ανακαλύψουμε. «Μη ξεχνάμε άλλωστε πως και η Μαλαγουζιά εμφιαλώθηκε πρώτη φορά μόλις το 1996, ενώ το Ασύρτικο, που σήμερα έχει κατακτήσει τον κόσμο, άρχισε να γίνεται γνωστό μετά τα μέσα του 1990, καθώς έως τότε η Σαντορίνη πουλούσε τα σταφύλια της στην ηπειρωτική Ελλάδα για χύμα κρασί», εξήγησε.
Επικεντρώνοντας στην υποζώνη της Μαγνησίας, ο κ. Κόγιας ανέφερε ότι είναι μικρότερη, αλλά ουσιαστική περιοχή, η οποία ξεχωρίζει για τις ποικιλίες Σαββατιανό και Ροδίτη. «Εκεί διατηρούνται παλιοί αμπελώνες που δίνουν συμπυκνωμένα κρασιά, με μεγάλο μέρος της παραγωγής να κατευθύνεται στα αποστάγματα», διευκρίνισε, ενώ για την περίπτωση του Τυρνάβου, που εκτός από αποστάγματα, παράγει πλέον και πολύ ενδιαφέροντα κρασιά, υπενθύμισε πως οι πρώτες αναφορές για την οινική ιστορία του τόπου, ανάγονται στο μακρινό 1295 και συνεχίζονται έως και το παρόν.
Κυρίαρχη ποικιλία σήμερα στην περιοχή είναι Μοσχάτο Τυρνάβου η οποία καλύπτει σχεδόν το 60% από τα περίπου 12.000 στρέμματα των αμπελώνων του νομού, ο οποίος παράγει κρασιά κάθε στυλ—λευκά, ροζέ, ερυθρά και γλυκά—αντανακλώντας την ποικιλομορφία και την εξέλιξη της ζώνης.
Πέραν αυτών, στην εκδήλωση που πλαισιώθηκε και με γευσιγνωσία 7 οίνων ΠΓΕ Θεσσαλίας, ο κ. Κόγιας ανέδειξε και την αναγκαιότητα της υπεύθυνης κατανάλωσης κρασιού, με έμφαση στην επιλογή προϊόντων υψηλής ποιότητας και ελεγμένης προέλευσης.
























