Συγκεκριμένα, η συνολική αξία των εισαγωγών μειώθηκε κατά 8,3%, στα 1,262 δισ. ευρώ, ενώ ο όγκος αυξήθηκε κατά 1,3%, φτάνοντας τα 275,2 εκατ. λίτρα. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε σε πτώση της μέσης τιμής εισαγόμενου κρασιού κατά 9,5%, η οποία διαμορφώθηκε στα 4,59 ευρώ ανά λίτρο. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνουν μια σαφή στροφή της αγοράς προς οικονομικότερα προϊόντα, σε ένα περιβάλλον αυξημένων εμπορικών και πολιτικών πιέσεων.
Η πίεση αποτυπώνεται κυρίως στην κατηγορία των συσκευασμένων κρασιών. Οι εισαγωγές εμφιαλωμένων, αφρωδών και κρασιών σε ασκό μειώθηκαν τόσο σε αξία όσο και σε όγκο. Η συνολική αξία υποχώρησε κατά 9,4%, στα 1,207 δισ. ευρώ, ενώ ο όγκος μειώθηκε κατά 3,5%, στα 192,6 εκατ. λίτρα. Η μέση τιμή έπεσε στα 6,27 ευρώ ανά λίτρο, καταγράφοντας μείωση 6,1% σε ετήσια βάση. Η κατηγορία, που παραδοσιακά κυριαρχεί στην καναδική κατανάλωση, δείχνει πλέον σημάδια κόπωσης.
Αντίθετα, το χύμα κρασί αναδεικνύεται στον μεγάλο κερδισμένο της περιόδου. Οι εισαγωγές του αυξήθηκαν κατά 23,3% σε αξία και 14,6% σε όγκο, φτάνοντας τα 55,3 εκατ. ευρώ και τα 82,5 εκατ. λίτρα αντίστοιχα. Αξιοσημείωτο είναι ότι, παρά τον χαμηλό απόλυτο μέσο όρο τιμής, η τιμή του χύμα κρασιού ενισχύθηκε κατά 7,6%, αγγίζοντας τα 0,67 ευρώ ανά λίτρο. Το στοιχείο αυτό υποδηλώνει αυξημένη ζήτηση, αλλά και μεγαλύτερη αποδοχή του χύμα οίνου ως εργαλείου ευελιξίας για τους εισαγωγείς και τους διανομείς.
Καθοριστικό ρόλο στις ανακατατάξεις έπαιξε η κατάρρευση των εισαγωγών από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μετά την επιβολή δασμών 25% από την αμερικανική πλευρά τον Μάρτιο του 2025 και τα αντίμετρα του Καναδά, οι εισαγωγές αμερικανικού κρασιού μειώθηκαν κατά 74,5% σε αξία και 54,4% σε όγκο. Οι ΗΠΑ υποχώρησαν στην έκτη θέση μεταξύ των προμηθευτών, ενώ ο Καναδάς εισήγαγε 23,2 εκατ. λίτρα λιγότερο κρασί και δαπάνησε 204,9 εκατ. ευρώ λιγότερα σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Το πλήγμα ενισχύθηκε και από κοινωνικούς παράγοντες, καθώς αρκετές επαρχίες και αλυσίδες λιανικής απέσυραν αμερικανικά κρασιά από τα ράφια τους ή προώθησαν μποϊκοτάζ.
Το κενό που άφησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες καλύφθηκε ταχύτατα από άλλες χώρες. Η Γαλλία διατηρεί την πρώτη θέση σε αξία, με πωλήσεις 394,3 εκατ. ευρώ και αύξηση 8,5%, ενώ κατατάσσεται δεύτερη σε όγκο με 49,9 εκατ. λίτρα. Παράλληλα, καταγράφει την υψηλότερη μέση τιμή μεταξύ των βασικών προμηθευτών, στα 7,91 ευρώ ανά λίτρο, επιβεβαιώνοντας τη θέση της στο premium τμήμα της αγοράς. Η Ιταλία ηγείται σε όγκο με 56,1 εκατ. λίτρα και παραμένει δεύτερη σε αξία με 329,1 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας σταθερή ανάπτυξη και στις δύο παραμέτρους.
Θετική εικόνα παρουσιάζουν επίσης η Αυστραλία, με αύξηση 10,6% σε αξία και 4,7% σε όγκο, καθώς και η Ισπανία, η οποία έκλεισε την περίοδο με άνοδο 8,9% σε αξία και εντυπωσιακή αύξηση 18% σε όγκο. Η Ισπανία καταλαμβάνει πλέον την τρίτη θέση σε αξία και την πέμπτη σε όγκο, ενισχύοντας τη θέση της σε μια ιδιαίτερα ανταγωνιστική αγορά. Παράλληλα, χώρες του Νέου Κόσμου όπως η Χιλή, η Νέα Ζηλανδία και η Αργεντινή καταγράφουν διψήφιες αυξήσεις, κυρίως σε όγκο, εκμεταλλευόμενες το νέο εμπορικό περιβάλλον.
Συνολικά, τα στοιχεία δείχνουν ότι η καναδική αγορά κρασιού δεν επηρεάζεται μόνο από καταναλωτικές τάσεις, αλλά κυρίως από γεωπολιτικούς και εμπορικούς παράγοντες. Η αμοιβαία επιβολή δασμών με τις Ηνωμένες Πολιτείες έχει αλλάξει ριζικά τη δομή των εισαγωγών, ενισχύοντας το ρόλο του χύμα κρασιού και αναδιανέμοντας μερίδια αγοράς υπέρ ευρωπαϊκών και νοτιοημισφαιρικών προμηθευτών. Η περίοδος Ιανουαρίου–Σεπτεμβρίου 2025 λειτουργεί έτσι ως χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς οι πολιτικές αποφάσεις μπορούν να μεταφραστούν άμεσα σε αλλαγές στο ποτήρι του καταναλωτή.

























