Μέχρι σήμερα, πολλές ιταλικές επιχειρήσεις ήταν αναγκασμένες να στέλνουν τα κρασιά τους σε χώρες όπως η Γερμανία και το Βέλγιο για να ολοκληρωθεί εκεί η διαδικασία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε κόστος, χρόνο και περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Το κλίμα στην ProWein 2026 έδειξε ότι ο κλάδος θεωρεί πλέον την αλλαγή του πλαισίου θέμα ημερών.
Η στροφή αυτή έρχεται μετά από διάταγμα που εγκρίθηκε στα τέλη του 2025 και το οποίο ουσιαστικά ανατρέπει την προηγούμενη αυστηρή στάση της χώρας απέναντι στους αποαλκοολωμένους οίνους. Η νέα ρύθμιση προβλέπει συγκεκριμένους όρους τόσο για μικρούς όσο και για μεγάλους παραγωγούς, ιδίως ως προς τη διαχείριση της αλκοόλης που αφαιρείται κατά τη διαδικασία, ενώ η παραγωγή θα πρέπει να γίνεται υπό καθεστώς φορολογικής αποθήκης και με επικαιροποιημένη άδεια. Με άλλα λόγια, η Ιταλία δεν ανοίγει απλώς μια πόρτα σε μια νέα κατηγορία προϊόντων, αλλά επιχειρεί να τη βάλει εξαρχής σε αυστηρό και σαφές θεσμικό πλαίσιο.
Για αρκετά χρόνια, η αποαλκοόλωση αντιμετωπιζόταν από μέρος του ιταλικού οινικού κόσμου ως πιθανή απειλή για την ταυτότητα και την οικονομική βαρύτητα του κρασιού στη χώρα. Ωστόσο, η στάση αυτή φαίνεται να αλλάζει. Στελέχη του κλάδου υποστηρίζουν πλέον ότι οι οίνοι χωρίς ή με χαμηλό αλκοόλ δεν αφαιρούν αξία από το παραδοσιακό προϊόν, αλλά διαμορφώνουν μια νέα, αυτόνομη καταναλωτική κατηγορία. Η σύγκριση που γίνεται με την εμφάνιση του Prosecco Rosé είναι ενδεικτική: και τότε υπήρξαν επιφυλάξεις, όμως τελικά η νέα κατηγορία λειτούργησε προσθετικά για την αγορά.
Συνοψίζοντας, το νέο πλαίσιο θα επιτρέπει μόνο μεθόδους που αναγνωρίζονται από την ευρωπαϊκή νομοθεσία και τον Διεθνή Οργανισμό Αμπέλου και Οίνου, όπως η εξάτμιση υπό κενό, η απόσταξη με στήλη spinning cone και η αντίστροφη ώσμωση. Παράλληλα, τα τελικά προϊόντα θα μπορούν να διατίθενται ως «αποαλκοολωμένος οίνος» όταν ο αλκοολικός τίτλος παραμένει κάτω από 0,5% vol., ή ως «μερικώς αποαλκοολωμένος οίνος» όπου το επιτρέπει το κοινοτικό πλαίσιο. Σε μια αγορά όπου τα no και low alcohol προϊόντα κινούνται με ολοένα μεγαλύτερη δυναμική, η δυνατότητα εγχώριας παραγωγής αναμένεται να ενισχύσει ουσιαστικά την ανταγωνιστικότητα των Ιταλών παραγωγών απέναντι στις διεθνείς εξελίξεις.
























