Η ασθένεια προκαλείται από τον Grapevine red blotch virus, γνωστό με το ακρωνύμιο GRBV. Πρόκειται για ιό της οικογένειας Geminiviridae και του γένους Grablovirus, με μονόκλωνο κυκλικό DNA. Αν και ταυτοποιήθηκε σχετικά πρόσφατα, στις αρχές της δεκαετίας του 2010, μεταγενέστερες αναλύσεις σε αρχειακό φυτικό υλικό έδειξαν ότι ο ιός πιθανότατα βρισκόταν σε αμπέλια της Καλιφόρνιας ήδη από τη δεκαετία του 1940. Αυτό εξηγεί γιατί για πολλά χρόνια τα συμπτώματα συγχέονταν με άλλα προβλήματα του αμπελιού, όπως τροφοπενίες ή άλλες ιολογικές ασθένειες.
Τα ορατά συμπτώματα εμφανίζονται κυρίως στα φύλλα. Στις ερυθρές ποικιλίες παρατηρούνται ακανόνιστες κοκκινωπές κηλίδες, οι οποίες μπορεί να εξαπλωθούν καθώς προχωρά η καλλιεργητική περίοδος, ενώ συχνά κοκκινίζουν και οι νευρώσεις. Στις λευκές ποικιλίες, η διάγνωση είναι δυσκολότερη, καθώς τα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως ως χλωρωτικές ή κιτρινωπές περιοχές. Ακριβώς γι’ αυτό, η ασθένεια μπορεί να περάσει απαρατήρητη ή να αποδοθεί λανθασμένα σε ελλείψεις μαγνησίου, φωσφόρου ή καλίου, στο καρούλιασμα των φύλλων ή ακόμη και στη νόσο του Pierce.
Παράλληλα, το σημαντικότερο πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι η εικόνα του φύλλου αλλά αυτό που συμβαίνει στον καρπό. Ο GRBV επηρεάζει τη φυσιολογία του φυτού, τη φωτοσύνθεση, τη μεταφορά σακχάρων και την ομαλή πορεία της ωρίμανσης. Σε μολυσμένα αμπέλια έχουν καταγραφεί καθυστερημένη ωρίμανση, χαμηλότερα σάκχαρα, μειωμένα επίπεδα ανθοκυανινών και αλλαγές στη φαινολική σύνθεση. Για την οινοποίηση, αυτά τα στοιχεία είναι κρίσιμα. Μικρές αποκλίσεις στα Brix, στην οξύτητα, στο χρώμα και στη φαινολική ωριμότητα μπορούν να αλλάξουν αισθητά το τελικό προφίλ ενός κρασιού, ιδίως στις ερυθρές ποικιλίες υψηλής ποιότητας.
Η μετάδοση του ιού συνδέεται αφενός με τη χρήση μολυσμένου πολλαπλασιαστικού υλικού και αφετέρου με έντομα-φορείς. Ο πιο σημαντικός φορέας που έχει τεκμηριωθεί μέχρι σήμερα είναι το Spissistilus festinus, γνωστό στα αγγλικά ως three-cornered alfalfa hopper. Το έντομο μπορεί να αποκτήσει τον ιό όταν τρέφεται σε μολυσμένο φυτό και στη συνέχεια να τον μεταδώσει σε υγιή αμπέλια. Παράλληλα, η διακίνηση μολυσμένων μοσχευμάτων, εμβολίων ή υποκειμένων παραμένει ένας από τους βασικούς δρόμους εξάπλωσης, ιδιαίτερα σε νέες φυτεύσεις.
Η κόκκινη κηλίδωση της αμπέλου δεν θεωρείται πλέον ένα περιορισμένο πρόβλημα της Βόρειας Αμερικής. Ο GRBV έχει αναφερθεί σε χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο Καναδάς, το Μεξικό, η Ελβετία, η Νότια Κορέα, η Αργεντινή, η Ινδία, η Ιταλία, η Γαλλία και, πιο πρόσφατα, η Αυστραλία. Στην Ιταλία, πάντως, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν σποραδική παρουσία σε συλλογές γενετικού υλικού και όχι εγκατεστημένη παρουσία σε εμπορικούς αμπελώνες της Βόρειας Ιταλίας, γεγονός που δείχνει πόσο κρίσιμη είναι η προσεκτική ερμηνεία των δεδομένων.
Εν συνεχεία, οι οικονομικές επιπτώσεις μπορεί να είναι ιδιαίτερα σοβαρές. Μελέτες στις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν εκτιμήσει ότι οι απώλειες από την ασθένεια μπορούν να κυμανθούν από περίπου 2.200 έως 68.548 δολάρια ανά εκτάριο στη διάρκεια της παραγωγικής ζωής ενός αμπελώνα, ανάλογα με το επίπεδο προσβολής. Το κόστος δεν περιορίζεται στη μείωση της ποιότητας των σταφυλιών. Περιλαμβάνει επίσης τη διάγνωση, την παρακολούθηση, την απομάκρυνση μολυσμένων πρέμνων, την αναφύτευση και τη διαχείριση των εντόμων-φορέων.
Επειδή η οπτική διάγνωση δεν είναι ασφαλής, η επιστήμη έχει στραφεί σε μοριακές μεθόδους ανίχνευσης. Η PCR και η qPCR χρησιμοποιούνται για την επιβεβαίωση της παρουσίας του ιού, ακόμη και πριν τα συμπτώματα γίνουν ξεκάθαρα. Παράλληλα, η μέθοδος LAMP έχει προσελκύσει ενδιαφέρον επειδή προσφέρει γρήγορη, ευαίσθητη και χαμηλού κόστους ανίχνευση, με αποτελέσματα που μπορούν να δοθούν σε λίγο περισσότερο από μισή ώρα, σύμφωνα με σχετική δημοσίευση.
Προς το παρόν, δεν υπάρχει θεραπεία που να εξαλείφει τον ιό από ένα μολυσμένο αμπέλι. Η διαχείριση βασίζεται στην πρόληψη: χρήση πιστοποιημένου και ελεγμένου φυτικού υλικού, συστηματική παρακολούθηση των αμπελώνων, εργαστηριακή επιβεβαίωση ύποπτων συμπτωμάτων, απομάκρυνση μολυσμένων φυτών όπου απαιτείται και έλεγχος των πιθανών φορέων. Σε μια εποχή όπου η διεθνής διακίνηση φυτικού υλικού και οι μεταβολές στο κλίμα ευνοούν την εμφάνιση νέων φυτοϋγειονομικών κινδύνων, η έγκαιρη διάγνωση δεν αποτελεί πλέον τεχνική λεπτομέρεια αλλά βασική προϋπόθεση προστασίας της παραγωγής.
Τέλος, η κόκκινη κηλίδωση της αμπέλου υπενθυμίζει ότι η ποιότητα του κρασιού ξεκινά πολύ πριν από το οινοποιείο. Ξεκινά από την καθαρότητα του πολλαπλασιαστικού υλικού, την υγεία του φυτού, την προσοχή στον αμπελώνα και την επιστημονική επιτήρηση. Για τις περιοχές που βασίζουν την ταυτότητα και την οικονομία τους στο κρασί, ένας ιός που καθυστερεί την ωρίμανση και υποβαθμίζει τη σύσταση των σταφυλιών δεν είναι απλώς φυτοπαθολογικό ζήτημα. Είναι πρόκληση για την ίδια τη σταθερότητα και την αξία της αμπελουργικής παραγωγής.
























