Η ανάλυση της περιόδου Φεβρουάριος 2022 – Οκτώβριος 2025 αποτυπώνει μια συνολική επιβράδυνση στις εξαγωγές εμφιαλωμένου ήρεμου κρασιού από την ΕΕ. Η αξία μειώθηκε κατά 2,8%, από 16,152 δισ. ευρώ σε 15,692 δισ. ευρώ, δηλαδή κατά 460 εκατ. ευρώ. Σε όγκο, η πτώση είναι πολύ πιο έντονη: -16,2%, σχεδόν έξι εκατομμύρια εκατόλιτρα λιγότερα (από 37,78 σε 31,81 εκατ. hl).
Το κρίσιμο στοιχείο είναι πως από τη συνολική απώλεια αξίας των 460 εκατ. ευρώ, τα 424 εκατ. ευρώ αφορούν οίνους ΠΟΠ. Δηλαδή, σχεδόν το σύνολο της καθαρής απώλειας βαραίνει την κορυφαία κατηγορία ποιότητας. Σε σχετικούς όρους, οι ΠΟΠ κατέγραψαν μείωση 3,7% σε αξία, έναντι 2,6% για τις ΠΓΕ και 1,7% για τους οίνους χωρίς ονομασία. Αντίθετα, οι ποικιλιακοί οίνοι ήταν η μόνη κατηγορία που ενίσχυσε τα έσοδά της, με αύξηση 6,5% και επιπλέον 51,7 εκατ. ευρώ.
Σε όγκο, η εικόνα είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική. Οι ΠΟΠ έχασαν 17,5%, δηλαδή 3,3 εκατ. εκατόλιτρα. Οι ΠΓΕ μειώθηκαν κατά 11,7% (1,1 εκατ. hl), οι ποικιλιακοί κατά 9,9%, ενώ οι οίνοι χωρίς ονομασία κατέγραψαν τη μεγαλύτερη σχετική πτώση (-23,4%). Το γεγονός ότι οι ΠΟΠ υπερέχουν σε απόλυτη απώλεια όγκου και αξίας υποδηλώνει ότι η πίεση συγκεντρώνεται στην premium και μεσαία premium κατηγορία.
Εν συνεχεία, ο εμφιαλωμένος μη αφρώδης οίνος συνεχίζει να παράγει το 60% της συνολικής αξίας των εξαγωγών κρασιού της ΕΕ, με τους αφρώδεις να ακολουθούν στο 29%. Σε επίπεδο όγκου, ωστόσο, οι οίνοι χύμα καταλαμβάνουν το 27% των εξαγωγών, έναντι 16% των αφρωδών και 48% των εμφιαλωμένων ήρεμων. Η διαφοροποίηση αξίας και όγκου υπογραμμίζει ότι η ευρωπαϊκή στρατηγική εξακολουθεί να βασίζεται στην προστιθέμενη αξία, αλλά αυτή η προστιθέμενη αξία δέχεται πιέσεις.
Ο κλονισμός των ΠΟΠ οίνων δεν είναι απλώς στατιστικός. Αγγίζει τον πυρήνα του ευρωπαϊκού οινικού μοντέλου, το οποίο βασίζεται στην έννοια του terroir, της αυστηρής οριοθέτησης και της θεσμικής κατοχύρωσης ποιότητας. Όταν η κατηγορία που συγκεντρώνει σχεδόν τα τρία τέταρτα της αξίας παρουσιάζει τη μεγαλύτερη απώλεια, το ζήτημα δεν αφορά μόνο τη συγκυριακή μείωση κατανάλωσης, αλλά και τη μετατόπιση των προτιμήσεων προς πιο ευέλικτες, κατανοητές και συχνά πιο ανταγωνιστικά τιμολογημένες ετικέτες, όπως οι ποικιλιακοί οίνοι.
Παράλληλα, η αυξημένη ανθεκτικότητα των varietal κρασιών — τα οποία δηλώνουν ξεκάθαρα ποικιλία και τρύγο — δείχνει ότι οι διεθνείς αγορές επιζητούν σαφήνεια, απλότητα και value for money. Αντιθέτως, τα ΠΟΠ συστήματα, με την πολυπλοκότητα των κανονισμών και το υψηλότερο κόστος παραγωγής, φαίνεται να υφίστανται μεγαλύτερη πίεση σε ένα περιβάλλον πληθωρισμού και συγκρατημένης καταναλωτικής δαπάνης.
Για τις ευρωπαϊκές οινοπαραγωγικές χώρες, το μήνυμα είναι διττό. Από τη μία, οι ΠΟΠ εξακολουθούν να αποτελούν τον βασικό πυλώνα αξίας. Από την άλλη, η ένταση της πτώσης τους υποδεικνύει ότι η διατήρηση της ηγετικής τους θέσης δεν είναι δεδομένη. Η επόμενη περίοδος θα απαιτήσει αναπροσαρμογή στρατηγικής: ενίσχυση της εμπορικής αφήγησης, επένδυση στην επικοινωνία του terroir με πιο σύγχρονους όρους και, κυρίως, ευθυγράμμιση ποιότητας και αντιλαμβανόμενης αξίας στις διεθνείς αγορές.
Συνοψίζοντας, ο κλονισμός των ΠΟΠ δεν αναιρεί τη σημασία τους. Αντίθετα, καθιστά σαφές ότι ακόμη και το πιο θεσμικά κατοχυρωμένο μοντέλο χρειάζεται διαρκή επανατοποθέτηση σε ένα μεταβαλλόμενο παγκόσμιο οινικό τοπίο.
























