Connect with us

Αναζήτηση

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Ήρθε η ώρα για Οργανισμό Αμπέλου και Οίνου, εκτιμά ο Άγγελος Ρούβαλης

Μεγαλύτερο βάρος στην υπόθεση της αµπελουργίας, σταθερή υποστήριξη των συντελεστών του κλάδου από έναν µόνιµο Οργανισµό Αµπέλου και Οίνου και επαναπροσδιορισµό της ελληνικής γαστρονοµίας και τουριστικού προϊόντος στη µετά covid εποχή µε ξεχωριστή θέση για το επώνυµο – εµφιαλωµένο κρασί, προτείνει µε συνέντευξή του στο Wine Trails ο έµπειρος οινοποιός, πρόεδρος για χρόνια του Συνδέσµου Ελληνικού Οίνου και τώρα επίτιµος πρόεδρός του, Άγγελος Ρούβαλης

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στον Γιάννη Πανάγο

Παίρνοντας αφορµή από την αναγόρευσή του σε επίτιµο πρόεδρο του ΣΕΟ, το Wine Trails επισκέφθηκε τον Άγγελο Ρούβαλη στην αγαπηµένη του αγροικία στις πλαγιές της Αιγιάλειας και είχε µαζί του µια εφ’ όλης της ύλης συζήτηση για τα αµπελοοινικά ζητήµατα στην Ελλάδα. Πράος, γλυκοµίλητος και βαθιά φιλοσοφηµένος, όπως αρµόζει σε έναν άνθρωπο που έχει διδάξει και έχει διδαχθεί από τον πολιτισµό του οίνου, ο «πατέρας του Ροδίτη» ξεδιπλώνει στο Wine Trails ολόκληρη την ιστορία του ελληνικού κρασιού, κάνοντας στάση στα κρίσιµα σταυροδρόµια που καθόρισαν την πορεία του στο χρόνο. Επιµένει ότι χρειάζεται να δούµε ξανά την υπόθεση της αµπελουργίας, «ποτίζοντας» µε γνώση τους αµπελουργούς που έχουν προσανατολισµό την ποιότητα. Κρίνει απαραίτητη τη θεσµοθέτηση ενός Οργανισµού – Ινστιτούτου που θα έχει µόνιµη και διαρκή φροντίδα για τα αµπελοοινικά ζητήµατα στη χώρα και βλέπει στο ελληνικό κρασί µια πρώτης τάξεως ευκαιρία να συνδέσει την ταυτότητά του µε την επανεκκίνηση του τουρισµού και της εγχώριας γαστρονοµίας στη µετά covid εποχή, εξασφαλίζοντας στηρίξη και από το Ταµείο Ανάκαµψης.

Ποια περίοδο της επαγγελµατικής σας ζωής βρίσκετε πιο συναρπαστική;

Όλα άλλαξαν όταν δοκίµασα ένα κρασί χωρικής οινοποίησης που µε άφησε έκπληκτο, µε πρωτόγνωρα φρουτώδη αρώµατα για την εποχή εκείνη (1989) και εξαίσια γευστικά χαρακτηριστικά. Ήταν ένας καλοφτιαγµένος ορεινός Ροδίτης που µε έκανε να πάρω τις αποφάσεις µου για το µέλλον.
Είχε προηγηθεί το πέρασµά µου από τη Σαντορίνη το 1982, µια περίοδος που αλλάζει όλο το ελληνικό κρασί. Η εικόνα που έχω ζήσει πιο πολύ είναι η εξής. Πηγαίνω στη Σαντορίνη το 1982 και ο Συνεταιρισµός έχει ένα κτίριο µέσα στα Φηρά και το χηµείο είναι ισόγειο. Μία µέρα µου χτυπά το τζάµι ένας χωρικός µε έναν φορτωµένο γαϊδαράκο. «Χηµικέ, εγώ είµαι φτωχός άνθρωπος και το κρασί µου ξίνισε». Τι να κάνω εγώ, του λέω, το κρασί δεν ξαναγίνεται. «Χηµικέ, µη µου λες ψέµατα, ο προηγούµενος µού έδινε µία άσπρη σκόνη και το κρασί µου γινόταν». Μάλιστα µου έδειξε και το συρτάρι όπου βρισκόταν. Ανθρακικό ασβέστιο. Ενώνεται µε τα οξέα του κρασιού και χαµηλώνει την οξύτητα. Αλλά δεν ενώνεται µε το οξικό οξύ, που είναι το ξίδι, ενώνεται µε το τρυγικό, το πραγµατικό οξύ του σταφυλιού. Οπότε, ναι µεν κατεβάζει λίγο την οξύτητα, αλλά το ξίδι παραµένει. Έτσι ήταν το ελληνικό κρασί τότε, παντού, εκτός από τις τρεις, τέσσερις, µεγάλες εταιρείες που έκαναν το εµφιαλωµένο όπως η Achaia, ο Κουρτάκης, ο Μπουτάρης, πιο ύστερα ο Τσάνταλης.

Τότε ήταν που ήρθε και η αλλαγή.

Το 1980 ήρθε ώριµα η αλλαγή. Σε αυτήν τη χρονική στιγµή η επιστήµη βοήθησε την Ελλάδα µε την έννοια της ψύξης και της ζύµωσης σε τέτοιες συνθήκες. Τα ελληνικά κρασιά τα έβγαζαν έξω στον ήλιο και δεν είχαµε πάρει και χαµπάρι τι φταίει. Έβραζαν στους 35 βαθµούς, είναι και εξώθερµη η αλκοολική ζύµωση, έφθανε 40 βαθµούς, κοβόταν η ζύµωση στη µέση, οξειδωνόταν το κρασί κ.λπ. Μόλις ανακαλύπτουµε ότι οι ζυµοµύκητες θέλουν χαµηλή θερµοκρασία και µπαίνουµε στη λογική της ψύξης τη δεκαετία του ‘70-‘80, αρχίζει η αλλαγή για την Ελλάδα. Γιατί το αµπέλι αγαπά τον ήλιο, είναι ηλιόφυτο, εποµένως το φυτό έχει πλεονεκτήµατα στην Ελλάδα σε σχέση µε τη Β. Ευρώπη, αλλά το κλίµα της Ελλάδας αντιδρούσε στην παρασκευή. Από τη στιγµή που λύθηκε η Ελλάδα έχει όλα τα πλεονεκτήµατα να πάει µπροστά. Τώρα έχουµε µείνει πίσω στο αµπέλι και αυτά πρέπει να τα θίξουµε πολύ.

Για να µην πηγαίνει καθένας τυφλοσούρτη στον ελληνικό αµπελώνα, δεν θα πρέπει να υπάρξει ένα ζωηρό στίγµα από τους συντελεστές του χώρου;

Πρέπει να στηριχθούµε στο στρατηγικό σχέδιο που έχει επεξεργαστεί ο κλάδος για το ελληνικό κρασί, το οποίο είναι µια πολύ ωραία δουλειά. Περιγράφει τις δοµές και τις προτεραιότητες και δεν είναι τυχαίο που είχε βάλει µπροστά τέσσερις τοποποικιλίες, Ασύρτικο Σαντορίνη, Μαντινεία Μοσχοφίλερο, Νεµέα Αγιωργίτικο, Νάουσα Ξινόµαυρο. Και µετά τα τέσσερα χρόνια έλεγε να δείξουµε ποιες ειναι οι επόµενες τοποποικιλίες και είχε αναφορά και στις πιο άγνωστες.  Συγχρόνως γινόταν λόγος για βιολογική γεωργία, βιοδυναµική ή ακόµα και natural µε τον όρο ότι θα υπάρχει νοµοθεσία και πιστοποίηση.

Αυτό το στρατηγικό σχέδιο σας ικανοποιεί;  ∆εν το βρίσκετε λίγο αόριστο; Γιατί για παράδειγµα αποφεύγει να µιλήσει για τις ξενικές ποικιλίες;

∆εν τις αγνοεί, τις βάζει σε δεύτερο στάδιο, ότι πρέπει να αναδείξουµε και τις συνεργασίες ξενικών ποικιλιών και ελληνικών. Αυτό που λείπει είναι ο αµπελουργικός σχεδιασµός. Εκεί πρέπει να δηµιουργήσουµε, γιατί εκτός από το Συνέδριο του 2012, δεν έχει γίνει τίποτα άλλο. Θα έπρεπε να έχουµε οδηγηθεί σε ένα αντίστοιχο στρατηγικό σχέδιο για τον αµπελώνα, όπως για το marketing του ελληνικού κρασιού.

 

Γιατί εξελίχθηκαν έτσι τα πράγµατα;

Πρέπει να κάνουµε πολλές υποθέσεις γιατί δεν έχει γίνει. Αν το δούµε µέσα στη ∆ιεπαγγελµατική, η ΚΕΟΣΟΕ δεν έχει δείξει κανένα ενδιαφέρον να λειτουργήσει µέσα από τη ∆ιεπαγγελµατική αυτά τα θέµατα.  Νοµίζει ότι το αµπέλι είναι δική της περιουσία, δικό της πεδίο, βάζει βαρίδια στην πρόοδο και επηρεάζεται και το υπουργείο, µια υπόθεση είναι αυτή. Η δεύτερη υπόθεση είναι ότι µέσα στην κρίση δεν ήταν εύκολο αυτό, οι εταιρείες βρέθηκαν µε προβλήµατα, ο ΣΕΟ το ίδιο.

Πρέπει κάποιος να τραβήξει µπροστά, αλλά εσείς δίνετε το έναυσµα για να ξεκινήσει η συζήτηση.

Ίσως είναι ευκαιρία µε το νέο συµβούλιο του ΣΕΟ, τον Γιάννη Βογιατζή, και µε τα επιστηµονικά ιδρύµατα, µε ανθρώπους όπως ο Γιώργος Κοτσερίδης και ο Στέφανος Κουνδουράς, να γίνει µία οµάδα που να κινήσει τα θέµατα του ελληνικού αµπελώνα. Κι ας ξεκινήσει από πιο ταπεινά, µε τεχνικές ηµερίδες, η γνώση που υπάρχει σήµερα να αφοµοιωθεί και στη συνέχεια να πάει και σε ένα αµπελουργικό συνέδριο, που θα βάλει στρατηγικές ευρύτερες, αφού βρούµε µία κοινή γλώσσα. Μόνο µε την ανταλλαγή απόψεων θα προστίθεται γνώση. Μαζί βέβαια θέλουµε και τους οινοποιούς, θέλουµε τον Γεροβασιλείου για παράδειγµα που είναι γεωπόνος, για να γνωστοποιηθούν τα συµπεράσµατα από τις ποικιλίες που έχει δουλέψει. Με την ορµή που έγιναν τα πράγµατα για το κρασί το 1990 να γίνουν τώρα για το αµπέλι.

Ποια είναι τα τέσσερα-πέντε βήµατα που θα ξαναβάλουν σε µία καλύτερη σειρά το αµπέλι;

Εµείς έχουµε άλλο κλίµα από τη Γαλλία και πρέπει να µελετήσουµε όλα τα επιστηµονικά δεδοµένα του αµπελιού. Προσπαθώ τώρα τελευταία  που ασχολούµαι µε το αµπέλι πιο πολύ, να µελετήσω τη σχέση του φυλλικού τοιχώµατος µε την επιφάνεια, δηλαδή πόσο φύλλο αφήνεις επάνω στο αµπέλι. Στην Ελλάδα δεν έχουµε όµως σχετική βιβλιογραφία, οι Γάλλοι τα έχουν µελετήσει και ξέρουν τόσο φύλλο γι’ αυτή την ποιότητα, γι’ αυτή την απόδοση κ.λπ. Επίσης κρίσιµη είναι η διαχείριση του νερού. Γι’ αυτό λέµε µιλάµε για οργανική σύνδεση των επιστηµόνων του αµπελιού στην Ελλάδα µε τον Έλληνα αµπελουργό και τα δεδοµένα της χώρας.  Οι λύσεις θα έρθουν από το µέλλον, όχι από το παρελθόν.

Σας µεθά η συζήτηση για το κρασί ή την έχετε βαρεθεί;

Το κρασί ως πολιτιστικό προϊόν και ως µοχλός ανάπτυξης της χώρας είναι που µε κεντρίζει, όχι το ίδιο τόσο πολύ. Εκεί είναι και η δύναµή του, γι’ αυτό µε ενοχλεί λίγο και το θέµα φυσικό κρασί. Όλα τα κρασιά είναι φυσικά, δεν είναι βιοµηχανικό προϊόν να το βάζεις από τη µία µεριά και να το παίρνεις στην άλλη. Είσαι µέσα στο αµπέλι, είτε καλλιεργείς, έτσι είτε αλλιώς, το οινοποιείς. Επιπλέον τώρα έρχονται να προστεθούν τα ωραία τοπία, δηλαδή νέα κίνητρα να στηρίξουν το αµπέλι.

Όπως το παράδειγµα της Τοσκάνης ή είναι και εκεί το marketing πιο πολύ;

Όταν ήρθατε εδώ σήµερα, µου είπατε ότι είµαι στον παράδεισο. Αυτό είναι το αµπέλι. Αυτό είναι ένα συν για τον καλλιεργητή. Ότι σε έναν τέτοιο τόπο βιώνει έναν άλλον τρόπο ζωής. Αυτή είναι η δύναµη του αµπελιού στην Ευρώπη και στην Ελλάδα κυρίως, ότι δεν είναι η βιοµηχανία που θα του δώσει λεφτά, αλλά ο τρόπος ζωής που κρατά το αµπέλι.

Να έχει παράλληλα και το χαρακτήρα του επισκέψιµου, ώστε και άλλοι άνθρωποι να το χαίρονται. Επίσης να προστίθεται οικονοµικότητα, δηλαδή να βοηθήσει για να µάθει το κρασί ο κόσµος και στην πηγή του.

Αυτά προχωρούν νοµίζω, τα έχουµε µπροστά και τα προχωράµε. Και ο ΣΕΟ τα δουλεύει κι ο οινοτουρισµός προχωρά.

Πάµε λίγο πίσω πάλι.  Ήταν οι άνθρωποι, οι συγκυρίες ή το τεράστιο δυναµικό της χώρας που έφερε τελικά αυτή την πρώτη άνοιξη στο ελληνικό κρασί;

Ωρίµασε η ελληνική κοινωνία και αναζητούσε το ποιοτικό κρασί. Οι αλλαγές που έγιναν στην παραγωγή δεν ήταν στο κενό. Ήταν ώριµος ο Έλληνας καταναλωτής να αναζητήσει την ποιότητα.

Και το βαλάντιό του ήταν σε θέση πια να διεκδικήσει κάτι καλύτερο από τη ρετσίνα που ξέραµε τότε.

Ήταν η συγκυρία µε τη νέα επιστηµονική γνώση και την τεχνολογία που είχαν φθάσει σε σηµείο που βοηθούσε το ελληνικό κρασί να κάνει το άλµα. Σπουδάσαµε Οινολογία, ήρθαµε εδώ, βασιστήκαµε στις αρετές της ελληνικής γης, αλλά µε οδηγό την Οινολογία, την τεχνολογία στην ουσία. Η καλλιέργεια είναι µία τεχνολογία. Από κει και πέρα, εµείς είµαστε οι µεσάζοντες. Και βρέθηκαν βέβαια και οι καταλύτες, µε πρώτη την Σταυρούλα Κουράκου.

Και πως φτάσαµε να µιλάµε τώρα για φυσικά κρασιά;

Αυτός είναι ο κίνδυνος τώρα που υπάρχει. Επειδή ακριβώς δεν αρθρώσαµε λόγο επιστηµονικό στο αµπέλι, ακόµα και νέους ανθρώπους µε αγάπη για την καλλιέργεια τους αφήνουµε στην ουσία, µε δική µας ευθύνη, να οδηγούνται σε µονοπάτια άγονα. Για εµένα οδηγούν στον πρωτογονισµό. Και όπως νιώθω ότι µπήκα στον τοµέα πολεµώντας το χύµα, τώρα νιώθω την ανάγκη να αµφισβητήσω το φυσικό.  Καταλαβαίνω ότι µε άλλοθι την κλιµατική αλλαγή, αντί να δώσουµε λύσεις πρωτοπόρες, πάµε να γυρίσουµε στα µουλάρια. Αυτό είναι πολύ επικίνδυνο για το ελληνικό κρασί. Και βέβαια υπάρχει µία υποκρισία, γιατί στην πραγµατικότητα δεν απορρίπτονται όλες τις εξελίξεις της τεχνολογίας. Αυτός που λέει «εγώ το κρασί δεν το φιλτράρω για να είναι φυσικό», το φίλτρο δεν είναι τίποτα, αλλά το αµπέλι του είναι κεντρωµένο, το Sauvignon επάνω στο αµερικανικό υποκείµενο, έχει κάνει την πιο βίαιη τεχνική επέµβαση στη φύση.  Φυσικά ο καταναλωτής σήµερα έγινε απαιτητικός και σου λέει, εγώ θέλω φυσικά κρασιά και έχει δίκιο. Όµως για να δηµιουργήσεις µία κατηγορία νέα, πρέπει να ανταποκρίνεσαι σε συνολικά νέα χαρακτηριστικά, να διαµορφώνεται και το θεσµικό πλαίσιο που θα είναι σε θέση να το ελέγξει αυτό.

Επειδή µιλάµε µε τον Άγγελο Ρούβαλη έναν οινοποιό µε πολλές επιτυχίες στο ενεργητικό του, τι χαίρεται πιο πολύ και ποια είναι η µεγαλύτερη ανησυχία του;

Είµαι πολύ αισιόδοξος, αν µιλάµε για το οινοποιείο και τα αµπέλια τα δικά µας. ∆εν µε ανησυχεί τίποτα πραγµατικά, γιατί έχω µεγάλη εµπιστοσύνη στη Θεοδώρα. Είναι καλύτερη από εµένα. Επιπλέον έχουµε το πλαίσιο της Αιγιάλειας µε ανθρώπους δουλευταράδες µε ανοικτά µυαλά.

Υπάρχει Αιγιάλεια… στο Μπορντό;

Όχι. Η Αιγιάλεια είναι µία ειδική ζώνη, όπως και η Σαντορίνη. Η Σαντορίνη είναι παγκόσµια, µοναδική, αλλά και η Αιγιάλεια είναι ειδική.  Εγώ αυτό δεν το ήξερα, δεν είναι επειδή είµαι από εδώ. Ανακαλύπτω όλες τις παραµέτρους µε τον καιρό.

Μήπως τελικά η ζώνη σας περιόρισε σαν επιχειρηµατία οινοποιό;

Όχι, δεν το έχω νιώσει ποτέ αυτό. ∆ηλαδή, να είσαι οινολόγος σε πέντε ζώνες, και λοιπόν; Κάθε άνθρωπος έχει κάποια όρια, ας το κάνει η κόρη µου αυτό άµα θέλει, κάθε γενιά δεν µπορεί να τα κάνει όλα.  Το ότι µπόρεσα να συµβάλω σε εθνικό επίπεδο για το ελληνικό κρασί, αυτό για εµένα είναι το πιο πολύ που θα φιλοδοξούσα. Ισως θα ήθελα να έχω την ικανότητα και τις γνώσεις  να συνεισφέρω και στο ευρωπαϊκό κρασί.

Θεωρείτε την εκµετάλλευσή σας µικρή ή µεγάλη; 

Είναι µικρή, έπρεπε να είχαµε περισσότερους αµπελώνες.  Η στρατηγική της Οινοφόρου δεν ήταν ο ιδιόκτητος αµπελώνας, ήταν η ζώνη της Αιγιάλειας. Ιδιόκτητα έχουµε περίπου 100 στρέµµατα. Από την αρχή ξεκινήσαµε συνεργασία µε αµπελουργούς. Τώρα έχουµε αµπελοτόπια από την Ακράτα µέχρι τη Ζήρεια. Είναι επτά διαφορετικά µεσοκλίµατα, ας πούµε, terroir, στα οποία έχουµε εντοπίσει και διαφορές στο Ροδίτη.  Έχει δουλειά αυτό όµως να γίνει ακόµα. Αυτό ήταν και ούτε είχα µεγάλα οικονοµικά µέσα.

Εάν ξεκινούσατε τώρα την πορεία του αµπελουργού, ποιες ποικιλίες θα επιλέγατε;

Με τα µυαλά του τώρα, το 1980, δεν  θα έκανα το ίδιο. ∆ηλαδή η πρώτη δουλειά ήταν αυτό που ήταν σταφίδα να το ξεριζώσω και να βάλω Chardonnay. Βέβαια είχα και την έννοια του πειραµατιστή, έλεγα ότι άµα δεν το δοκιµάσω εγώ το Chardonnay ποιος θα το δοκιµάσει; Όπως και τώρα µε την Κυδωνίτσα, τη βάζω εδώ µε ένα ρόλο πειραµατισµού.  Ναι, δεν θα έβαζα Chardonnay µε τα µυαλά του τώρα, θα έβαζα τις ποικιλίες που βάζουµε τώρα, Μαυροδάφνη ή Ασύρτικο.

Τι σήµανε για εσάς η ανάδειξή σας σε επίτιµο Πρόεδρο του Συνδέσµου Ελληνικού Οίνου;

Καταρχάς πρέπει να ευχαριστήσω για τη γενναιοδωρία του τον Γιώργο Σκούρα. Υποθέτω ότι αυτός το πρότεινε στο Συµβούλιο. Αυτός µε πήρε µία ηµέρα τηλέφωνο, ήµουν στο αµπέλι αυτό και µου λέει «ήθελα να σου το ανακοινώσω πρώτος». Του λέω, µε εκπλήσσεις, ευχαριστώ πάρα πολύ. Είναι αλήθεια ότι δούλεψα πολύ και προχώρησαν όλα τα µέτωπα και πράγµατα που δεν είναι γνωστά. Ας πούµε τον αγώνα µε την Task Force που µας είχε επιβάλει η Τρόικα. Θέλω να πω ότι έχω δουλέψει για το κρασί και ήταν µία δίκαιη τιµή αυτή τελικά. ∆εν την περίµενα, αλλά δεν είναι ότι παράπεσε.  Νοµίζω ότι ο ΣΕΟ καλό είναι να δώσει αυτό το στίγµα των ανθρώπων που αγωνίζονται.

Πάντα αυτό είναι κίνητρο για τους επόµενους. Ας πούµε όµως την ιστορία µε την Τρόικα.

Tο 2011 ήµουν πρόεδρος του ΣΕΟ και πήγα και συνάντησα τον Fuchtel. Μάλιστα τον θυµάµαι να µου λέει «εάν µε αφήσουν να κάνω τη δουλειά, το υπουργείο Γεωργίας θα το γκρεµίσω συθέµελα, είναι άχρηστο». Τότε τους ζήτησα να χρηµατοδοτήσουν µία µελέτη για το ελληνικό κρασί, για τη θεσµική του αναδιάρθρωση. Πραγµατικά ενέκριναν 15.000 ευρώ και τότε βρήκαµε τον Rafael Del Rey, διευθυντή του Ισπανικού Παρατηρητηρίου για το παγκόσµιο κρασί, ο οποίος είπε ότι «η αµοιβή είναι αστεία, αλλά εγώ θέλω τη δουλειά».  Ήταν 15.000 ευρώ το όριο, γιατί µετά ήθελε διαγωνισµούς. Τελικά φάγαµε τα µούτρα µας στο υπουργείο, το οποίο δεν το δέχθηκε γιατί όπως είπε «δεν θέλουµε τέτοιους στα πόδια µας».

Τουλάχιστον πρότειναν εναλλακτικές;

Το υπουργείο Γεωργίας δεν µπορεί να παρακολουθήσει τα πράγµατα, ο κάθε τοµέας είναι πολύ διαφορετικός. Εµείς είµαστε τόσα χρόνια στο αµπέλι και δεν έχουµε λύσεις οριστικές, πόσο µάλλον να έχεις το αµπέλι, το βαµβάκι, την ελιά, τον καπνό, τη µαστίχα. Κάθε ένα από αυτά τα προϊόντα θέλει άλλη πολιτική και θέλει ειδικούς ανθρώπους. Εάν δεν γίνει η θεσµική αναδιάρθρωση, δεν µπορεί να προχωρήσει το πράγµα σοβαρά. Χρειάζεται ένας οργανισµός, ένας διευθυντικός νους για αµπέλι και κρασί.

Τις προάλλες ο Νίκος Ευθυµιάδης ανέφερε ότι από τη στιγµή που καταργήθηκαν οι οργανισµοί π.χ. του καπνού, που κοιτούσαν το προϊόν από πολύ κοντά, έχουµε χάσει πολύ γήπεδο και προσανατολισµό.

Της αµπέλου δεν υπήρξε ποτέ και η Σταυρούλα Κουράκου έχει προτείνει από το 1970 οργανισµό αµπέλου όπως λειτουργεί σε όλα τα κράτη. Εγώ έχω αγωνιστεί πάρα πολύ γι’ αυτό, έχω φάκελο για το τι συµβαίνει σε κάθε κράτος.  Φυσικά σε έναν τέτοιο οργανισµό στη θέση του διευθυντή είναι στελέχη marketing, άνθρωποι ικανοί και δηµιουργείται µία δυναµική για το κρασί. Έχουµε δώσει έτοιµα τα στοιχεία αλλά αντιστέκονται, γιατί δεν θέλουν να χάσουν ίχνος εξουσίας στο υπουργείο  και πρέπει να τους επιβληθεί. Από ποιον όµως, όταν οι υπουργοί Γεωργίας µένει είναι ενάµιση χρόνο ο καθένας;

Από τα χρόνια που παρακολουθώ το χώρο, λέω ότι οι συντελεστές έχουν πολύ µεγαλύτερη δύναµη από το υπουργείο. Γιατί να µην πάρουν πρωτοβουλίες;

Όλα αυτά που κουβεντιάζουµε τόση ώρα µέσα στον οργανισµό µπορούν να πάρουν µορφή και απαντήσεις. Θα ζυµώνει, θα παράγει. Παράλληλα θα επιβάλει, θα ελέγχει.

Και θα παρακολουθεί. Το µεταφέρω αυτό σαν εµπειρία και από άλλα προϊόντα. Αν η Ελλάδα µπορεί να δώσει ένα παράδειγµα ανάπτυξης είναι το κρασί.

Η αλήθεια είναι ότι πέσαµε σε µία εποχή που όταν λέγαµε Οργανισµό ή Εθνικό Συµβούλιο Αµπέλου και Οίνου υπήρχε µεγάλη η απέχθεια σε τέτοια πράγµατα. Είχαν πάρει µία σοσιαλιστική σκόνη φθοράς και διαφθοράς και εξαρχής κάποιος στεκόταν εναντίον τους. Εάν έχουµε κάποια στοιχεία ότι έχει αλλάξει η στάση, αυτό είναι πραγµατικά ένα µεγάλο θέµα.

Διαβάστε στο Winetrails που κυκλοφορεί μαζί με την Agrenda το Σάββατο 26 Ιουνίου

all pages_optimized (1)

Διαβάστε επίσης

REPORTS

Ποπόλκα ξινή και Ποπόλκα γλυκιά. Έτσι ονομάζουν μέχρι και σήμερα ακόμα οι ντόπιοι στο Όρος Πάικο το Ξινόμαυρο και τη Νεγκόσκα αντίστοιχα, τις δύο...

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ

Ένα από τα μεγάλα στοιχήματα του Κτήματος Τέχνη Οίνου έχει να κάνει με τον αμπελώνα του, ο οποίος βρίσκεται σήμερα το πολύ έως 350...

ΑΜΠΕΛΩΝΑΣ

Τις τάσεις εγκατάλειψης του ελληνικού αμπελώνα, επιβεβαιώνουν τα τελευταία στοιχεία εξέλιξης των φυτεμένων εκτάσεων αμπελώνων με οινοποιήσιμες ποικιλίες.

REPORTS

Η Amundi SA σκοπεύει να αντλήσει υπέρογκο ποσό για λογαριασμό ενός ταμείου που επενδύει σε παραγωγούς κρασιών, τυριών και μπέικον, και γενικώς σε μικρές...

Copyright © 2020 | Η Υπηρεσία Winetrails.gr είναι Ιδιοκτησία της Εταιρίας Green Box A.E.